Κυριακή 31 Αυγούστου 2008


.
.
.
.


Ακραία ψυχικά φαινόμενα

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008



Μπλε όλα... Μόνο ένα πλαφ πλαφ σου ζαλίζει τα αυτιά όλη τη μέρα. Μία θάλασσα, μα θάλασσα μόνο. Κάποτε θα βουτήξεις με απόλυτη προστασία να χαζέψεις υποβρύχιους μικρούς ήρωες.


Κύματα το βράδυ στο σεντόνι. 38 φωνάζουν τα θερμόμετρα. Περιμένεις τον Αίολο να κινήσει τα πανιά καθαρίζοντας το κατάστρωμα. Όμορφο ξύλο, καινούριο.


Τα μεσημέρια παρατείνονται μέχρι να φτάσουν 24ωρη ευτυχία. Χαρούμενα παιδιά σέρνουν θαλασσί μπαλόνια και μπερδεύονται στα μαλλιά σου, τριβελίζουν την άκρη του μυαλού σου και αναπολείς το ροζ μικρό σώμα σου χωμένο στο στήθος της για πάντα μαμάς.


Η καρδιά σου χτυπάει δυνατά διασκεδάζοντας σε το βράδυ, σε ένα τέμπο που κάτι απο επτανησιακή καντάδα θυμίζει καθώς χάνεσαι σε μία αιώρα για να σε ξεχάσει ο γέρος χρόνος. Κλείνεις τα βλέφαρα... Φυσάει, φεύγεις, για ότι πάντα ήθελες, με όσα απο πάντα σου ανήκουν...


Στο όνομα σου χορεύουν οξείες και καμπύλες... Ό,τι μπορεί να χρειαστείς για να γράψεις στο ταβάνι ένα όνειρο, πριν κοιμηθείς να το καλοπιάνεις... Και όταν είσαι μεγάλος και ψηλός να το αρπάξεις και σφιχτά να το κρατήσεις για πάντα στη μέσα τσέπη του αγαπημένου μου εαυτού σου.


Του αγοριού με τα χιλιάδων ντεσιμπέλ εκκωφαντικά φιλιά.


.
.
Χρόνια πολλά

Τρίτη 26 Αυγούστου 2008



.
Κενό εισπνοή κενό εκπνοή
Μετράω τα χρόνια με κενά, κάποτε μου είπες ναι
Μα τώρα όχι, δεν ήταν για συντήρηση αυτά ε? Όχι
Η επιστροφή στο σπίτι με σπασμένα πόδια μακρινή
Και νιώθω να ξερνάω σε κάθε γωνία ένα ένα όλα
Πιάνω τα χέρια μου σφιχτά να τα λιώσω με αγκαλιάζω να με σκοτώσω
Να νοιώσω πόνο, μα να νοιώσω. Το κενό να τελειώσω.
Εκτοξεύω ληγμένες ευχές – Μα θα΄ θελα ναι. Όχι πάλι ευχή.
Δεν υπάρχει άλλος χώρος και μου υπόσχομαι ότι απόψε δεν θα κοιμηθώ.
Θα με ψάξω κάπου πίσω από το κάθισμα του οδηγού να δω πόσες μαχαιριές σου έχω τραβήξει σε εκείνες τις ερημιές που πηγαίναμε.
Μία για κάθε τι? Μία για κάθε τίποτα που μου έμπηξες βαθιά στο αριστερό ημισφαίριο.
Κενό εισπνοή κενό εκπνοή.
Σκεπάζομαι τώρα και σε αφήνω. Μην ανάψεις κερί. Δεν θέλω να με δω σήμερα.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

.
.
.

Είμαι σε κάτι λιβάδια μαζί με το αγόρι και κυλιέμαι ξυπόλυτη.


Κάποτε θα τριφτώ πάνω στη ζωή μέχρι να βγάλω αίμα.


Αλλά τώρα είμαι σε κάτι λιβάδια, με το αγόρι το πρώτο, με ματωμένα γόνατα και μελανιές στα καλάμια και κυλιόμαστε στα γρασίδια…


.


. The magnetic fields – all my little words
.


(ανοίξτε ηχεία)

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008


Βαριά και δύσκολα σ΄αγαπώ πιά.

Τόσο που πιστεύω ότι είμαι πολύ γριά για να την αντέξω.

Την 'σεπεριμένωακόμα'.
.
Αυτή που κρέμεται απο την αρτηρία στον αριστερό καρπό απο αρχής του κόσμου μου και κάνει πως ζει μαζί μου. Και δεν ζει για σένα τάχα.
.
χαχα

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Ασυναρτησίες 1


Πας στοίχημα ότι από μένα θα κλάψεις?


Θα τυλίξεις τις παλάμες σου γύρω από τα βλέφαρα και θα στάξεις όση ψυχή πιστεύω ότι έχεις. Θα φοβηθείς. Θα τρέμεις στην ύπαρξη μου, τα βράδια στο δωμάτιο. Θα σου σπάω μία μία τις αναμνήσεις και θα βγάζω τα ρούχα μου. Μετά θα τα κάνω κουρέλια και θα στα πετάω στη μούρη. Να κλαις κι άλλο. Η μουσική ποτέ δε σταματάει και εγώ θα σκοτώσω και το χρόνο.
Δεν σε θυμάμαι ρε. Μόνο τα γυαλιά σου έχω ακόμα σε ένα ντουλάπι. Για τα γαμημένα μάτια. Αυτά που ξέρουν το πώς, για τα πάντα. Αυτά θα σκοτώσω. Τα πως. Για να μην ξέρεις τι να κάνεις. Να μάθεις πως είναι να μην υπάρχει τρόπος. Να σε αποκλείσω από τις μάταιες ελπίδες σου.


Θα σου δέσω και τα χέρια και θα μείνεις με κάτι ξεδιάντροπα δάκρυα να σου γαργαλάνε βασανιστικά το θώρακα.


Και κάποτε θα γίνεις άσχημος και μισητός.


Μετά θα λέω πως είσαι καλά και μου στέλνεις χαιρετίσματα. Ο τηλεφωνητής πάντα θα αναβοσβήνει το φωτάκι του για να έχω πάντα ένα φωνητικό μήνυμα. Θα μου λες ότι με αγαπάς και θα με σκοτώσεις. Μόνο που εγώ θα έχω προλάβει. Πρώτη. Να σε φάω πισώπλατα και να κρεμάσω το σεντόνι στο μπαλκόνι.


Κλάψε τώρα. Κλάψε να σε ακούσουν όλοι.


Δεν έγινε και τίποτα.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

.
.
.
Ένα μεγάλο μαύρο άλογο ζει στο θώρακα μου. Καλπάζει φτάνοντας στη βάση της μύτης. Σβήνει κάθε υποψία αναπνοής. Μου κλείνει και τα μάτια ματώνοντας τα. Μου χαμηλώνει τη φωνή και με κλείνει στο σκοτεινό δωμάτιο να χτυπάω την πλάτη μου στους 4 τοίχους. Μέχρι να κουραστεί και αποκαμωμένο να κουνάει τεμπέλικα την ουρά του στη φτέρνα μου.
Ένα μεγάλο μαύρο άλογο. Θα ήθελα να τον λένε κεραυνό.

Θα ήθελα να μπορούσα να συνηθίσω όλες τις μυρωδιές του κόσμου. Ή έστω του πιο συμπαθητικού αγοριού. Ρουθουνίζω κάθε 2 βήματα. Πουθενά αυτή. Ψάχνω παντού. Μυρίζω τα σημάδια στα ποτήρια, τους διακόπτες των φωτιστικών και όλες τις γωνίες της ντουλάπας. Αδέσποτη όσφρηση, λυμένη ζωή, ισόβια μνήμη.
Είναι σαν να έφυγε για πάντα. Σαν να έφυγε για πάντα. Έφυγε για πάντα. Για πάντα.

Ένα ατίθασο ζώο μέσα μου, μία αγνοούμενη μυρωδιά και ένα εκκεντρικά θανατηφόρο επίρρημα.

Βραχιόλια βαριά κρατούν καρπούς θαμμένους στο χώμα.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

Μπα-μπάς


Έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμα νιώθω ότι δεν ξέρω πολλά πράγματα για σένα...

Μαζί μεγαλώσαμε. Έγω να τρέχω και εσύ να με κυνηγάς. Να ματώνω τα γονατά μου και εσύ να με μαζεύεις. Να μην φοβάσαι και να μην φοβάμαι και εγώ.

Να μου μαθαίνεις για μουσική και για βασανισμένες πατρίδες.

Να σε ρωτάω για ονόματα και πάντα να ξέρεις. Ακόμα και τώρα. Ακόμα και τώρα που δεν μιλάμε πολύ ε? Που δεν χρειάζεται πιά.


Αγαπάω τη φωτογραφία σου πρίν 40 χρόνια με ένα σκισμένο τζιν, ξυπόλητος στο φαράγγι της Σαμαριάς. Και καταλαβαίνω τι ερωτεύτηκε εκείνο το κορίτσι.

Αυτό το κορίτσι μου έχει πει πολλά για σένα. Και πάντα μεγαλώνει ο θρύλος.

Μακάρι να σου μοιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω ένα ποίημα. Αλλά έχω μεγαλώσει πιά. Και δεν σου λέω πως σ΄αγαπάω αλλά το ξέρεις.


Μου λείπεις. Μου λείπει η φωνή σου και ο νταλκάς σου. Μου λείπουν τα υπόγεια κουτούκια.


--'Οι φίλοι που 'χω χάσει και δεν κυκλοφορούν

ουρανούς παλιούς θωρούν και στο περιθώριο ζουν

πληρώσαν τα όνειρά τους και πάντα μετρητοίς

τους πληρώσαμε κι εμείς για να μείνουν αφανείς'--


Ευχαριστώ μπαμπά μου. Ευχαριστώ για όσα έκανες για όλους. Ευχαριστώ που με έμαθες να αγαπώ τη θάλασσα και το Χατζηκυριάκειο. Για τον τότε Μίκη. Για τον θείο Δημήτρη που μου έλεγες ότι είναι στον ουρανό. Για τον Μάνο Ελευθερίου. Για τόσες μορφές που τις έκανες αίμα μου.


Και τώρα που στα χέρια σου έχουν πεταχτεί οι φλέβες. Και τώρα που το πρόσωπο σου αυλακώθηκε. Και τώρα που μου γκρινιάζεις ότι γερνάς...


Είμαστε 2 σταγόνες νερό. 2 ψάρια. Μέσα σε μία γυάλα πολύ παλιά.


Και ακόμα μαθαίνω για σένα...


--'Εγώ δεν είχα τύχη να ζήσω μαγικά

με δυο ψίχουλα πικρά ζούσα χρόνια στη σκιά

γυρνούσα διψασμένος και βράδιασε νωρίς

και σταγόνες της βροχής είναι αυτά που θα μου πεις'--
Στίχοι του Μάνου Ελευθερίου

Αφού σας είπα, σήμερα θα τα πω...

Θα τα βγάλω όλα και μετά θα οδηγήσω. Μπορεί να φτάσω και μακριά. Να τα καταφέρω. Το μεσημέρι ( και όλα τα τελευταία μεσημέρια διαβάζω ) αφού δεν μπορώ να σε έχω.

Για λίγο ακόμα ε? Αν δεν αντέξω λίγο ακόμα?

Καμιά φορά βλέπω ένα γιασεμί στο τιμόνι. Και δεν θα το μάθεις ποτέ. Είναι ωραία εικόνα όμως. Αν ήσουν εσύ συνοδηγός θα μπορούσα να σε κάνω να το μυρίσεις.

Έρχεσαι... Είσαι κοντά. Το ξέρω πιά. Ισως να ζούμε σε διαφορετικούς πλανήτες και να απέχουμε 8 χλμ. Συμβαίνει αυτό με μας μωρό μου ε?

Να μην μπορούμε να ακουμπήσουμε.

.................................................................................................................................................


Μια φορά να μπορούσες να καταλάβεις πόσο πολύ σε πίστεψα. Μιά φορά. Πόσο πολύ. Γι' αυτό ήρθα εκεί.

Κρίμα που δεν μπορέσα. Κρίμα. Συγνώμη. Δεν γίνεται. Το ξέρεις. Συγνώμη. Δεν φταίει το ποτό. Ήθελα τόσο να δούμε την ανατολή μαζί... Την μοναδική μας ανατολή. Την πρώτη και τελευταία. Δεν σε ξεχνάω.


(για την ανατολή θα σου γράψω μιά άλλη μέρα) Τώρα δεν μπορώ. Είναι άδειο το στρώμα και δεν με χωρά. Μου λείπεις καμιά φορά. Και θα σου γράψω για την ανατολή. Για αυτή που δεν είδαμε και σου θύμωσα εκείνο το μοναδικό πρωινό.

Δεν έχω κάτι να γράψω για το πρωινό. Την καληνύχτα μου σου στέλνω.

Και κρατάω (αλήθεια) όσα όσα όσα είπες. Ακόμα και τις παύσεις ανάμεσα σε αυτά.

Ακόμα και αυτό τον χαριτωμένο τρόπο να κόβεις τα σύμφωνα και να τραβάς τα φωνήεντα.

Θέε μου πόσο το μισούσα πρίν απο σένα. Πόσο...

Απο αύριο θα το μισώ ξανά. Από αύριο όμως, γιατί τώρα είμαι κουρασμένη και θέλω να το σκεφτώ. Να πλησιάσω στον ήχο του και να κλείσω τα μάτια.


.......................................................................................................................................



Αλλά πρώτα πρέπει να μου κλείσω το στόμα.