
Έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμα νιώθω ότι δεν ξέρω πολλά πράγματα για σένα...
Μαζί μεγαλώσαμε. Έγω να τρέχω και εσύ να με κυνηγάς. Να ματώνω τα γονατά μου και εσύ να με μαζεύεις. Να μην φοβάσαι και να μην φοβάμαι και εγώ.
Να μου μαθαίνεις για μουσική και για βασανισμένες πατρίδες.
Να σε ρωτάω για ονόματα και πάντα να ξέρεις. Ακόμα και τώρα. Ακόμα και τώρα που δεν μιλάμε πολύ ε? Που δεν χρειάζεται πιά.
Αγαπάω τη φωτογραφία σου πρίν 40 χρόνια με ένα σκισμένο τζιν, ξυπόλητος στο φαράγγι της Σαμαριάς. Και καταλαβαίνω τι ερωτεύτηκε εκείνο το κορίτσι.
Αυτό το κορίτσι μου έχει πει πολλά για σένα. Και πάντα μεγαλώνει ο θρύλος.
Μακάρι να σου μοιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω ένα ποίημα. Αλλά έχω μεγαλώσει πιά. Και δεν σου λέω πως σ΄αγαπάω αλλά το ξέρεις.
Μου λείπεις. Μου λείπει η φωνή σου και ο νταλκάς σου. Μου λείπουν τα υπόγεια κουτούκια.
--'Οι φίλοι που 'χω χάσει και δεν κυκλοφορούν
ουρανούς παλιούς θωρούν και στο περιθώριο ζουν
πληρώσαν τα όνειρά τους και πάντα μετρητοίς
τους πληρώσαμε κι εμείς για να μείνουν αφανείς'--
Ευχαριστώ μπαμπά μου. Ευχαριστώ για όσα έκανες για όλους. Ευχαριστώ που με έμαθες να αγαπώ τη θάλασσα και το Χατζηκυριάκειο. Για τον τότε Μίκη. Για τον θείο Δημήτρη που μου έλεγες ότι είναι στον ουρανό. Για τον Μάνο Ελευθερίου. Για τόσες μορφές που τις έκανες αίμα μου.
Και τώρα που στα χέρια σου έχουν πεταχτεί οι φλέβες. Και τώρα που το πρόσωπο σου αυλακώθηκε. Και τώρα που μου γκρινιάζεις ότι γερνάς...
Είμαστε 2 σταγόνες νερό. 2 ψάρια. Μέσα σε μία γυάλα πολύ παλιά.
Και ακόμα μαθαίνω για σένα...
--'Εγώ δεν είχα τύχη να ζήσω μαγικά
με δυο ψίχουλα πικρά ζούσα χρόνια στη σκιά
γυρνούσα διψασμένος και βράδιασε νωρίς
και σταγόνες της βροχής είναι αυτά που θα μου πεις'--
Στίχοι του Μάνου Ελευθερίου