Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Όταν περνάς απο το μυαλό μου φοβάμαι.

Και όσο φοβάμαι τόσο με μισώ.

Κι όσο με μισώ τόσο δεν αγαπιέμαι.

Κι όσο δεν αγαπιέμαι γυρνάω παντού.

Κι όσο γυρνάω παντού χαλιέμαι.

Κι όσο χαλιέμαι γερνάω.

Κι όσο γερνάω ξυπνάω.

Κι όσο ξυπνάω ανακαλύπτω. Φόβους και σκοπούς.

Κι όσο ανακαλύπτω τόσο αποφασίζω.

Ότι την αγάπη, εγώ, τη σιχάθηκα.

.

.


Και αυτό είναι το αγαπημένο μου παραμύθι.

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Εσωκλείω.

Γιατί δε γράφουμε πιά? με ρώτησε με τα τεράστια παιδικά μάτια της.
Για άλλη μία φορά δεν είχα τι να απαντήσω. Μία αλήθεια ήθελα να της πω εκείνη τη στιγμή. Της είπα μόνο '' κάνουμε τόσα άλλα πράγματα ''.
Μετά κάτσαμε σε εκείνο το πεζούλι και κοιτούσαμε τους περαστικούς. Μύριζε το γρασίδι και οι μπύρες τσουγγρίζονταν σε κάθε μεγαλεπίβολο σχέδιο που ξεστομιζόταν. Γιατί η φιλία θέλει σχέδια. Για σήμερα, για αύριο, για όλο το καλοκαίρι. Η φιλία των κοριτσιών είναι ωραία. Έχει μικρές χαζές χαρές. Έχει καθρέφτες και μακιγιάζ. Έχει ανταλλαγή ρούχων και βιτρίνες. Έχει πολύ δυνατούς ώμους ποτισμένους με κλάματα. Έχει γέλια τσιριχτά και χαριτωμενιές. Έχει συμβουλές για θέματα κάθε βαρύτητας.
Μετά ήμουν κάπου στη Χαμοστέρνας και αυτή η Πέμπτη είχε κιόλας περάσει. Η ώρα 01.40 πμ. Χαμογελούσα. Χαμοστέρνας ε? Ούτε κοντά, ούτε μακριά. Στο φανάρι αναρωτιώμουν αν έχω κι άλλα να σου πω. Τίποτα επιλήψιμο. Έτσι να θέλω να σου πω ένα γειά. Άνθρωποι είμαστε. Δεν θα είμαστε για πάντα εδώ. Δεν θα έχουμε πάντα την ευκαιρία να μιλάμε. Δεν υπάρχει πάντα. Όλα εκεί οδηγούν.
Σημείωσα στο μυαλό μου να γράψω κάτι. Κάτι για τις μέρες μου, που όλο και περισσότερο αλλάζουν. Που αποκτούν νέες συνήθειες, όμορφες. Άρχισα να σφυρίζω ένα σκοπό, έναν της σειράς. Θυμήθηκα εκείνη την ξανθούλα φίλη μου και ήθελα ένα πάτωμα να το χορέψουμε χασάπικο με μισόκλειστα μάτια, οι δυό μας. Και μετά να πιούμε λιγο ακόμα μέχρι να σιχαθώ να το ακούω. Να χτυπάμε τα πέλματα και να γυροφέρνουμε τον εαυτό μας και να περνάνε λίγο- λίγο όλα.
Δεν υπάρχει πάντα. Κανείς δεν θα είναι εδώ πάντα. Ότι είναι να πεις, πές το τώρα να πάει στο διάολο. Αυτό, όλο το βράδυ μές στο κεφάλι μου. Μήπως ξέχασα κάτι.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Her.

Προχθές είμασταν μαζί. Πάνω σε δύο σκαμπό, πάνω απο δύο ποτήρια. Μία θάλασσα λίγο παραπέρα που για μιά στιγμή τη φωτογράφισα καθώς μου έδειχνε το πιό όμορφο γκρι χαμόγελο της. Γκρι ήταν εκείνη τη στιγμή. Και η φίλη μου είχε τέτοιες αποχρώσεις. Μακιγιαρισμένη όπως πάντα, γυναίκα σωστή. Μα όλα μέσα της ήταν γκρι. Η ιστορία είχε κάπως έτσι : Τον ερωτεύτηκε πολύ και αυτός έφυγε. Για την Αμερική. Μάιος είναι και εγώ αυτό το μήνα δεν γράφω για Αμερικές, σκέφτηκα. Μου είπε να πάμε μαζί να τον βρούμε και άρχισα να γελάω. Παραγγείλαμε άλλα δύο. Ο σερβιτόρος ευγενικός και διακριτικός, έκανε πως δεν άκουγε το χέρι της που χτύπαγε πάνω στο τραπέζι σε στιγμές απόγνωσης. Και αν τα έχω περάσει, έλεγα απο μέσα μου. Κατέληξα ότι μία γυναίκα ερωτευμένη είναι πολύ πιό όμορφη απο ότι μία γυναίκα σκέτο. Και πιό επικίνδυνη μα αυτό ας το αφήσουμε όταν μάθουμε τι πραγματικά θα γίνει. Το όπλο σε αυτόν ή στον εαυτό της? Ο έρωτας είναι ναρκισσιστικό συναίσθημα μα και καταστροφικό, λέει ένας σπουδαγμένος φίλος μου.
Η φίλη μου μίλαγε ακατάπαυστα, για το πως την κοιτάει, πως χορέψαν ένα αληθινό τανγκό στην άκρη της λεωφόρου, πως αποχαιρετίστηκαν. Σε εκείνο το σημείο έκανα πως δεν άκουγα. Οι αποχαιρετισμοί δεν είναι στα ταλέντα μου. Δεν μπορώ καν να προσποιηθώ ότι τους αντέχω. Δεν ξέρω ποιός πονά πιό πολύ, αυτός που φεύγει ή αυτός που μένει πίσω. Μα τι σημασία έχουν τα μέτρα... Μικροί καθημερινοί θάνατοι. Και μετά αρχίζει να βρέχει. Ενώ εκείνη το μόνο που ζητά είναι ένα φτηνό εισητήριο. Χωρίς επιστροφή, λέγοντας '' Χαλάλι σου όλα''.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

C00D11BA

Οκτώ χαρακτήρες. Μου έχουν διαλύσει το κεφάλι. Καπνίζω και προσπαθώ. Ψάχνω.
Ήταν 9 το πρωί όταν επικοινώνησα με τη φωνή του διαβόλου. ''Δεν αξίζει να το φτιάξετε, πάρτε άλλο. '' . Τόλμησε να μου το κάνει αυτό ξεδιάντροπα.
Εδώ και ένα μήνα περίπου άρχισε να ψευδίζει. Λέω ωραία, αρχίσαμε τις επαναστάσεις στην έδρα μας. Δεν έδωσα σημασία. Φφφφ... Καπρίτσια, μονολογούσα. Κάθε μέρα έλεγχος για ιούς και κόντρα μπύρες και τσιγάρα. Στο πλάι του ξενυχτούσα. Το χάιδευα, μα δε του μιλούσα κι εγώ. Αρκετά με τις κακές λέξεις. Παραδέχτηκα ότι το έχω αγαπήσει. Θυμάσαι που στέλναμε μέηλ και ακούγαμε ωραίες μουσικές? Εγώ ναι, απαντούσα και μετρούσα τέταρτο βράδυ στο πλευρό του. Δοκιμάσαμε και ηλεκτροσόκ aka format. Twice. Δώσαμε λεφτά για εξωτερικούς σκληρούς (ο σώσον εαυτόν σωθείτο) και για σούπερ ντούπερ αντιβιοτικά.
Σκέφτηκα ότι αφού εγώ δε γουστάρω να μιλάω, δε γουστάρει κι αυτό. Κι έτσι αρχίσαμε την ψυχοθεραπεία. Του έδειχνα φωτογραφίες απο παλιά. Τότε που ήταν όλα κάπως καλύτερα. Απόκριση καμία. Λέω, πάει θα μείνει κωφάλαλο. Βγαίνω λέω καμιά μαλακία και επιστρέφω να του συμπαρασταθώ. Του βάζω τραγουδάκια απο το κινητό να ακούσει να θυμηθεί. Μα δε θυμάται και αυτό. Πέντε άνθρωποι έχουμε ασχοληθεί. Και γλιτώνει πάντα λίγο πριν σκάσει με φόρα στον τοίχο. Αγαπιόμαστε ξανά. Εδώ μέσα περάστηκαν, επεξεργάστηκαν, σβήστηκαν και επανήλθαν τα 2.5 τελευταία χρόνια, με όλα τα πρόσωπα να χαμογελούν. Έχω πολλά χαμόγελα εδώ μέσα. Και τα θέλω ακόμα. Πάντα τα θέλω. Σήμερα με άφησε να γράψω ποστ. Έτσι βουβά. Χωρίς καν μία νότα. Ένα ζονκ. Κάτι. It's not alive.
Να τραγουδήσω κάτι εγώ να κοιμηθούμε αγκαλιά.
.
''Love me tender, love me true, all my dreams fulfilled. For my darlin I love you, and I always will...''

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Μάης παλιός

Σαν σήμερα. Φορούσα μία κόκκινη βερμούδα και ένα λευκό μπλουζάκι. Πολλά χαιμαλιά και σανδάλια. Ήταν ήδη καλοκαίρι και τότε. Δεν θυμάμαι πως ένιωθα. Ξέρω απο δικές μου αφηγήσεις και μαρτυρίες ότι ήμουν ευτυχισμένη, όμως χωρίς να μπορώ να θυμηθώ πως ήταν αυτό. Σαν να περιγράφω μία άγνωστη λέξη είναι. Θυμάμαι ότι έπινα και γελούσα με ότι αηδία έλεγες. Και πριν βγω απο το αυτοκίνητο με φίλησες. Θυμάμαι που είχες δυσανασχετίσει στην κίνηση και μου είχες πει ότι την άλλη φορά θα πάμε βόλτα με τη μηχανή. Θυμάμαι ότι έπρεπε να φύγεις νωρίς και μετά εγώ έκανα βόλτες μόνη μου και κάπνιζα χαμογελώντας. Είναι σαν να θυμάμαι την κορνίζα μα όχι τη φωτογραφία. Ξέρω ότι κάναμε τα πάντα μαζί, ταξίδια, βόλτες, χιλιόμετρα... Με αυτοκίνητα, μηχανές, πλεούμενα, αεροπλάνα. Τώρα δε με νοιάζει, έχω ταξιδέψει μέσα σε ψυχές ανθρώπων, συναρπαστικές βόλτες έχω κάνει ναι.
.
Δεν σε αγαπώ πιά. Δεν σε θυμάμαι. Λυπάμαι για αυτό. Ποτέ δε σου το είπα. Ίσως είναι τα χρόνια. Ίσως οι διαφορές. Σαν να εξαντλήθηκαν τότε τα αποθέματα που είχα φτιάξει για σένα. Έχω χρόνια πάψει να λυπάμαι που δεν σε βλέπω. Είναι χρόνια που δεν θέλω να σε βλέπω γιατί φοβάμαι ότι δεν θα σε γνωρίσω. Και αν σε γνωρίσω μπορεί να κρατήσω την κάρτα σου και να σου πω: αχρείαστος να 'σαι. Τίποτα άλλο.



11/05/

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Κι εγώ θέλω να φύγω απο δω, αλλά πριν φύγω να δείρω έναν εργατοπατέρα και έναν ΜΑΤατζή. Αυτά.

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

snapshot

Όλα θα ήταν ανούσια και βαρετά αν δεν σε είχα δει. Τώρα όμως είναι όλα αλλιώς. Έχουν χαλάσει τα μέτρα και κανείς δε σε φτάνει. Δεν είναι αγάπη. Είναι ένα παράσιτο που τριγυρνάει πάνω μου. Μέσα μου. Το άφησες εκείνο το βράδυ που με κόλλησες στον τοίχο και μετά έγλειφα τις γρατζουνιές σου στα χέρια μου. Ένα και μοναδικό βράδυ χωρίς να με νοιάζει τι θα γινόταν την επόμενη μέρα. Με το φόρεμα σηκωμένο στη μέση και φερμουάρ ξεκούμπωτο. Μεθυσμένα γέλια και κάτι μισόλογα. Ένα τσιγάρο μετά και μία λιωμένη μάσκαρα. Τα γένια σου χωμένα στο λαιμό μου για τρία λεπτά. Παραπατώντας στη Σταδίου χέρι χέρι και ποιό τραγούδι να μας φτάσει, σου έλεγα. Όλα είναι χαζά και ο κόσμος δε γαμιέται πιά. ''Θα έρχομαι κάθε τόσο να ξεσκίζω λίγη σάρκα'' μου είπες και το εννοούσες. Ο αγαπημένος μου άντρας θα είσαι και ας μη σε ξαναδώ ποτέ. Δεν είναι το σεξ, όχι. Είναι ότι εμείς γεννηθήκαμε να είμαστε ο ένας μέσα στον άλλο. Πάνω στον άλλο. Δίπλα. Και μπορούμε να είμαστε ακόμα 16. Ανήλικοι, θυμωμένοι, επικίνδυνοι. ''Θα σε σκοτώσω αν πάψεις να υπάρχεις, αλλά θα σκοτωθείς αν υπάρξεις μόνο για μένα''.
.