Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Ψίθυροι

Ξαναζώ τον υπέροχο Δημήτρη στην Εποχή των καφέδων και γίνομαι η Αύρα του. Η Λευκάδα μας άφησε καιρό τώρα μόνους, να αλυχτάμε τα βράδια σε διαφορετικές πόλεις. Μακριά ναι. Κάθε απόγευμα κοιμάμαι όλο και πιο βαθιά και ονειρεύομαι ανθρώπους που φύγαν. ''Ας είναι καλά εκεί που είναι'' είπα σήμερα και πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου να μου πει ''Δεν είναι τίποτα'' και να το κλείσω με την ψευδαίσθηση ότι θα το αγνοήσω. Καμιά φορά έρχεται ένα συναίσθημα και με πετσοκόβει. Ένα από αυτά που μου χαλούν τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Το σκέφτομαι λίγο. Μετά το ξεχνώ και αφοσιώνομαι στο βαρετό καλοκαίρι. Απο τα κίτρινα των τελευταίων δέκα χρόνων. Έχω νέους γείτονες που πιστεύουν το ίδιο και αυτό είναι παρηγοριά. Πίνουμε παρέα μπύρες και τρώμε παγωτά. Και έτσι η γειτονιά είναι καλύτερη. Έχει πάλι ανθρώπους που μιλούν το βράδυ, έχει κουφόβραση και γυαλιστερά πρόσωπα, έχει γκρίνια και βαρεμάρα, έχει νέα και άσχημα, έχει απογοήτευση. Αλλά έχει παρέα. Ο φόβος πάντα θέλει παρέα.
Άλλες φορές χάνομαι με ένα ποτήρι καφέ, τη νύχτα, σε σκέψεις μαθηματικές. Συμβαίνουν αλυσιδωτές αντιδράσεις που με ταλαιπωρούν 3-4 ώρες στο πεζούλι της εξώπορτας. Δεν ξέρω αν είναι η ηλικία των υπαρξιακών ερωτημάτων ή αν λόγω εξωγενών παραγόντων γεννώνται. Πολλές φορές φοβάμαι τον εαυτό μου. Μην δώσω καμία απάντηση και καταλάβω κάτι που δεν πρέπει. Και χάσω το μυστήριο και τη ''φάση''. Ξύνω το βερνίκι απο τα νύχια και ξεπλένω το μαγιώ. Προσπαθώ να είμαι πάντα η ίδια και να μην φτιάχνω περίτεχνες συνταγές. Προσπαθώ να είμαι ουδέτερη και άνοστη. Σε ένα σπίτι μικρό, φωτεινό και όμορφο που έχω βάλει στόχο.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

KItchen tales

10:42. Ξύνω το βερνίκι απο τα νύχια μου. Πίνω καφέ. Καπνίζω. Τρία στη σειρά. Το τασάκι έχει και ένα λεπτό γυναικείο τσιγάρο. Σβήστηκε γρήγορα και πρόχειρα πρίν μία ώρα, πηγαίνοντας να ανάψει άλλο καινούριο, σε καινούριο χώρο χαρούμενο, κάπου κοντά στη θάλασσα της πρότεινα. Ωραίο βράδυ για έρωτες. Για αγάπη και για σώματα δύο. Παρασκευή και ακόμα προλαβαίνεις να πας ταξίδι μαζί του, της είπα. Έκλεισα την πόρτα και γύρισα στην κουζίνα, άναψα άλλο ένα να περιμένω το πλυντήριο να τελειώσει. Τράβηξα μία κλωστή απο το σορτσάκι. Το χέρι μου ξεπρήστηκε μα ακόμα φοβάμαι τα κουνούπια. Που με ποθούν τόσο πολύ τελευταία και τόσο αχόρταγα με γεύονται. Εικόνες κίτρινου καλοκαιριού. Με μία θλίψη ναι, καλά κατάλαβες. Στις 11 θα κλειδώσω την πόρτα. Δύο φορές. Θα δώ καμία σειρά και θα φτιάξω ένα σάντουιτς να φάω. Εκείνη θα μου στείλει μήνυμα να μου πει ότι περνάει φανταστικά και ότι τελικά πήγε εκεί που της είπα. Θα χαμογελάσω, θα της απαντήσω κάτι αλήτικο και ωραίο. Ίσως ακούσω και τα τακούνια της το πρωί που θα έρθει, εμένα σήμερα δεν θα μου κολλήσει ύπνος. Το ξέρω. Δεν θα το προσπαθήσω καν. Δεν θα φοβηθώ μόνη στο σπίτι.


Όρια, τι ωραία λέξη.


Τελείωσε το πλυντήριο. Θα ανοίξω μία μπύρα τώρα.

.

.

.