Ξαναζώ τον υπέροχο Δημήτρη στην Εποχή των καφέδων και γίνομαι η Αύρα του. Η Λευκάδα μας άφησε καιρό τώρα μόνους, να αλυχτάμε τα βράδια σε διαφορετικές πόλεις. Μακριά ναι. Κάθε απόγευμα κοιμάμαι όλο και πιο βαθιά και ονειρεύομαι ανθρώπους που φύγαν. ''Ας είναι καλά εκεί που είναι'' είπα σήμερα και πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου να μου πει ''Δεν είναι τίποτα'' και να το κλείσω με την ψευδαίσθηση ότι θα το αγνοήσω. Καμιά φορά έρχεται ένα συναίσθημα και με πετσοκόβει. Ένα από αυτά που μου χαλούν τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Το σκέφτομαι λίγο. Μετά το ξεχνώ και αφοσιώνομαι στο βαρετό καλοκαίρι. Απο τα κίτρινα των τελευταίων δέκα χρόνων. Έχω νέους γείτονες που πιστεύουν το ίδιο και αυτό είναι παρηγοριά. Πίνουμε παρέα μπύρες και τρώμε παγωτά. Και έτσι η γειτονιά είναι καλύτερη. Έχει πάλι ανθρώπους που μιλούν το βράδυ, έχει κουφόβραση και γυαλιστερά πρόσωπα, έχει γκρίνια και βαρεμάρα, έχει νέα και άσχημα, έχει απογοήτευση. Αλλά έχει παρέα. Ο φόβος πάντα θέλει παρέα.
Άλλες φορές χάνομαι με ένα ποτήρι καφέ, τη νύχτα, σε σκέψεις μαθηματικές. Συμβαίνουν αλυσιδωτές αντιδράσεις που με ταλαιπωρούν 3-4 ώρες στο πεζούλι της εξώπορτας. Δεν ξέρω αν είναι η ηλικία των υπαρξιακών ερωτημάτων ή αν λόγω εξωγενών παραγόντων γεννώνται. Πολλές φορές φοβάμαι τον εαυτό μου. Μην δώσω καμία απάντηση και καταλάβω κάτι που δεν πρέπει. Και χάσω το μυστήριο και τη ''φάση''. Ξύνω το βερνίκι απο τα νύχια και ξεπλένω το μαγιώ. Προσπαθώ να είμαι πάντα η ίδια και να μην φτιάχνω περίτεχνες συνταγές. Προσπαθώ να είμαι ουδέτερη και άνοστη. Σε ένα σπίτι μικρό, φωτεινό και όμορφο που έχω βάλει στόχο.