Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
Οδηγίες κρίσης.
''Ποτέ μην υποτιμάς τον φόβο'' μου είχε πει και είχα επαναλάβει πολλές φορές σε συζητήσεις. ''Οι άνθρωποι που φοβούνται, πονούν βαθιά'' είχα διαβάσει και το είχα επαναλάβει πολλές φορές στον εαυτό μου. Κάνω πολλές φορές ότι δεν φοβάμαι, ότι δε με νοιάζει. Δεν τον νικάω, τον κρύβω. Καλά. Δεν τον αγνοώ. Ξέρω ότι είναι εκεί να με ισοπεδώσει με μία μόνο αφορμή. Οι αιτίες σπάνια βρίσκονται. Έχω έναν εχθρό απο τότε που με θυμάμαι. Άλλοι γελούν, άλλοι λένε ''σιγά μωρέ''... Δεν είναι θέμα το αντικείμενο του φόβου. Είναι ο τρόπος που βιώνεις το φόβο. Τι παίρνει και τι αφήνει. Παίρνει ζωή ο φόβος. Μία γιαγιά έλεγε ''αγάπησε τον, μην τον πολεμάς''. Ποτέ δεν καταστάλαξα στο τι πρέπει να τον κάνω. Να τον αγαπώ, να τον απαρνιέμαι... Μία ένιωθα δυνατή και μία μυρμηγκάκι. Βιβλία αυτοελέγχου, αυτοβοήθειας, rescue remedies, εκλογίκευσης... Τι είναι ένας άνθρωπος που φοβάται? Είναι άνθρωπος πάνω απο όλα. Που πονάει. Ο πόνος και το αίμα πάει να πει ζωή. Δεν είναι δικό μου αυτό. Μου το είπαν σε καίρια στιγμή της ζωής μου. ''Γιατί είσαι ζωντανή Χρύσα, γι αυτό!'' Μην υποτιμάς τον φόβο. Είναι οδηγός. Σου παίρνει, σπάνια σε προστατεύει και κάποιες φορές σε ορίζει. Τρέχει πίσω μου, πάντα με προσπερνά και με περιμένει νικητής στο τέλος. Κι αν χάνω εσύ μην υποτιμάς τον εχθρό μου. Και αυτός εγώ είμαι.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Signal
Μείνε μαζί μας. Μη φεύγεις. Το ξέρουμε ότι πονάει. Σε βλέπουμε να κάθεσαι στην όχθη και να μας γνέφεις έτσι, με τα μαλλιά σου λυτά, καθισμένος οκλαδόν. Μείνε μαζί μας. Δςν υπάρχει ιδανικός κόσμος, το βλέπουμε και μεις. Μείνε για εκείνα τα ωραία που έχουμε πει. Γραπτώς και προφορικώς. Μείνε για το φθινόπωρο. Για τη βροχή. Για αυτά που μόνο εσύ καταλαβαίνεις. Μείνε για τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα. Για τις παύσεις που όλα τα λένε. Μείνε για έναν όμορφο ρόλο. Για ένα κορίτσι που ήδη έχει ξεκινήσει να σε ψάχνει (δεν έχει σημασία πότε θα σε βρει). Για ένα πρώτο φιλί. Για ένα ζεστό καφέ και μία παγωμένη μπύρα. Διάολε, για τη θάλασσα. Μη φεύγεις. Όχι έτσι, όχι τώρα. Εμείς είμαστε εδώ, και συμφωνούμε ότι όλα είναι χάλια. Και ούτε εμείς τα καταφέρνουμε καλά. Πονάμε εξίσου, φρικάρουμε, δεν κοιμόμαστε. Πιάσε την κιθάρα και φτιάξε τον κόσμο σου. Μπορείς, το ξέρεις ότι μπορείς.
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010
Σοφία. Η αρχή.
Ήταν ακριβώς Πρωτοχρονιά. Ούτε πάνω ούτε κάτω ούτε γύρω. Ακριβώς Πρωτοχρονιά. Είχαν προηγηθεί ημέρες προετοιμασίας κίρρωσης του ήπατος. Σε διάφορα μπαρ της πόλης γυρνούσε καθημερινά πίνοντας χρωματιστά μα και τα βαριά διάφανα, τελειώνοντας τις νύχτες αγκαλιά με μιά λεκάνη η με κανένα παντελώς αδιάφορο τηλέφωνο πάντα χωρίς όνομα.
Βγήκε λοιπόν το απόγευμα, πράγμα περίεργο, για καφέ με την Κάτια και έναν Γιώργο που κάτι καλό έκανε στην Κάτια εκείνο τον καιρό γιατί είχε σωθεί απο την κίρρωση. Η Σοφία σε μία κρίση αυθορμητισμού και γνήσιας μαλακίας σήκωσε το τηλέφωνο του Γιώργου που καλούσε ένας Φίλιππος. Της γυάλισε το όνομα... ποιός ξέρει, άβυσσος. Πάντως το έκανε. Ο συνομιλητής ευτυχώς και για τους δύο δεν την πέρασε για τρελή (έτσι είπε αργότερα τουλάχιστον). Τον ρωτούσε επίμονα γιατί δεν βρισκόταν για καφέ μαζί τους και καθόταν στη φωλίτσα του ο παλιοξενέρωτος... Με τέτοια ευγένεια και διακριτικότητα του συστήθηκε. Και μετά απο τριάντα δευτερόλεπτα παραληρήματος έδωσε το τηλέφωνο στον κάτοχο του. Ήπιε τον καφέ της, γέλασε, κανόνισε κάτι ακόμα για το βράδυ, και έφυγε.
Οι μέρες εκείνες ΜΕΘΕΟΡΤΙΕΣ (ωραία λέξη αν και επικίνδυνη) δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Πήγαινε στη δουλειά, καμιά φορά με τη νυχτερινή αμφίεση, διεκπεραίωνε τις υποθέσεις της και έπινε απο το σχόλασμα. Των Φώτων λοιπόν μιά που δεν δούλευε πήγε για καφέ-αλκοόλ απο το πρωί. Με αυτή την Κάτια και αυτόν τον Γιώργο που μάλλον εξακολουθούσε να της κάνει κάτι καλό γιατί ποτό δεν άγγιξε. Και τσουυυυυυπ μετά απο λίγο έρχεται και ένας τύπος. Ενημερώνει ότι λέγεται Φίλιππος, θρονιάζεται δίπλα στη Σοφία και παίρνει ένα συμπαθητικό ύφος. Η Σοφία παγώνει με τον χαμογελαστό κύριο και -τι άλλο?- σταυρώνει τα χέρια και αρχίζει να ανακρίνει χωρίς έλεος. Ποιός είσαι, τι κάνεις, τι μας λες ρε, σε ποιόν τα πουλάς αυτά... Τα δύο τελευταία απο μέσα της. Ο αθεόφοβος εξακολουθούσε να είναι τρομερά συμπαθητικός. Εκείνη όμως τον περίμενε στη γωνία και φυσικά τον έπιασε... Αρνήθηκε να έρθει μαζί τους το βράδυ σε έξοδο μειωμένου επιπέδου. Αυτό ήταν... Κόκκινη κάρτα, φάουλ, απαγχωνισμός, στην πυρά... Έβαλε το σακάκι του και τα γυαλιά του και αποχώρησε χαιρετώντας ευγενικά. Η Σοφία μάλλον έσμιξε τα φρύδια επιθετικά... Το συνήθιζε αυτό. Σημάδι μεγάλης καταιγίδας. Ερχόταν, ήταν πασιφανές.
Βγήκε λοιπόν το απόγευμα, πράγμα περίεργο, για καφέ με την Κάτια και έναν Γιώργο που κάτι καλό έκανε στην Κάτια εκείνο τον καιρό γιατί είχε σωθεί απο την κίρρωση. Η Σοφία σε μία κρίση αυθορμητισμού και γνήσιας μαλακίας σήκωσε το τηλέφωνο του Γιώργου που καλούσε ένας Φίλιππος. Της γυάλισε το όνομα... ποιός ξέρει, άβυσσος. Πάντως το έκανε. Ο συνομιλητής ευτυχώς και για τους δύο δεν την πέρασε για τρελή (έτσι είπε αργότερα τουλάχιστον). Τον ρωτούσε επίμονα γιατί δεν βρισκόταν για καφέ μαζί τους και καθόταν στη φωλίτσα του ο παλιοξενέρωτος... Με τέτοια ευγένεια και διακριτικότητα του συστήθηκε. Και μετά απο τριάντα δευτερόλεπτα παραληρήματος έδωσε το τηλέφωνο στον κάτοχο του. Ήπιε τον καφέ της, γέλασε, κανόνισε κάτι ακόμα για το βράδυ, και έφυγε.
Οι μέρες εκείνες ΜΕΘΕΟΡΤΙΕΣ (ωραία λέξη αν και επικίνδυνη) δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Πήγαινε στη δουλειά, καμιά φορά με τη νυχτερινή αμφίεση, διεκπεραίωνε τις υποθέσεις της και έπινε απο το σχόλασμα. Των Φώτων λοιπόν μιά που δεν δούλευε πήγε για καφέ-αλκοόλ απο το πρωί. Με αυτή την Κάτια και αυτόν τον Γιώργο που μάλλον εξακολουθούσε να της κάνει κάτι καλό γιατί ποτό δεν άγγιξε. Και τσουυυυυυπ μετά απο λίγο έρχεται και ένας τύπος. Ενημερώνει ότι λέγεται Φίλιππος, θρονιάζεται δίπλα στη Σοφία και παίρνει ένα συμπαθητικό ύφος. Η Σοφία παγώνει με τον χαμογελαστό κύριο και -τι άλλο?- σταυρώνει τα χέρια και αρχίζει να ανακρίνει χωρίς έλεος. Ποιός είσαι, τι κάνεις, τι μας λες ρε, σε ποιόν τα πουλάς αυτά... Τα δύο τελευταία απο μέσα της. Ο αθεόφοβος εξακολουθούσε να είναι τρομερά συμπαθητικός. Εκείνη όμως τον περίμενε στη γωνία και φυσικά τον έπιασε... Αρνήθηκε να έρθει μαζί τους το βράδυ σε έξοδο μειωμένου επιπέδου. Αυτό ήταν... Κόκκινη κάρτα, φάουλ, απαγχωνισμός, στην πυρά... Έβαλε το σακάκι του και τα γυαλιά του και αποχώρησε χαιρετώντας ευγενικά. Η Σοφία μάλλον έσμιξε τα φρύδια επιθετικά... Το συνήθιζε αυτό. Σημάδι μεγάλης καταιγίδας. Ερχόταν, ήταν πασιφανές.
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
first thought

Καλημέρα είναι αυτό το σημείο που είναι πάνω απο τους ώμους στις πρώτες φύτρες των μαλλιών σου και λίγο πίσω απο το αυτί, που όταν έχει ζεσταθεί απο την κουβέρτα και έχει γίνει βελούδινο απο το τρίψιμο στο μαξιλάρι, τότε ακουμπάω τη μύτη μου και επιβεβαιώνω το λόγο που κοιμάμαι δίπλα σου.
.
.
.
.
.
.
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
two for the scar
Κραγιόν, εκατομμύρια τσιγάρα, ηλιοβασιλέματα δήθεν, ανατολές που κόβουν,
Σιωπές που κραυγάζουν και κραυγές που σιωπούν,
ο καναπές τα ακούει όλα, στάχτες στα παπούτσια, ξυπολησιά, ''σ'αγαπώ'', τα μαλλιά ασπρίζουν, πονάει η κοιλιά μου,
εγκυμονώ την αλλαγή, το μετά, αυτό που δεν ειπώνεται με λόγια και πράξεις, μόνο με τύψεις,
διπλωμένοι στο πάτωμα δεν παραδεχόμαστε ανάγκες, βόλτες στις άκρες των φόβων, το χωρίς και το μαζί και ανάμεσα τους δύο κόσμοι επικίνδυνοι να διασχίσεις,
τα μάτια σου, δυο ονείρατα, μου δείχνουν το δρόμο, αλλά αχνοφέγγουν κι αυτά, χάνουνται, σβήνουν,
αν βγεις ζωντανός δεν θα έχεις καρδιά, θα νεκρώσεις σου λέω και εσύ με κοροιδεύεις με αυτά που γράφω.
Κράτα με, φοβούμαι μονάχος…
Παρακμή με χρυσόσκονη και λικέρ βύσσινο, το παιδικό αλκοόλ μου, η κολώνια της μαμάς πάλι έκανε βίζιτα, ήρθε τη νύχτα που παρίστανα την κοιμισμένη και μου θύμησε πως είναι να μην έχεις.
να μην έχεις πίστη, να μην έχεις θεό, να μην έχεις εαυτό, απο ουρανό μην ξεμείνεις…
Περπατώ πάνω στην ουλή μου και βουλιάζω σε ένα πόνο εθιστικό που κάνει τα μάτια μου να θολώνουν μα δάκρυ να μη στάζει.
Αγγίζω εκεί που άφησε σημάδι το μαχαίρι, πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μου, που χωρίς αυτό μισός είμαι… και τα μάτια μετέωρα μένουν…
Να ξεραίνονται και να πέφτουν κάνοντας εκκωφαντικό κρότο και να διαλύονται σε εκατομμύρια κομμάτια και να τρέχουν μακριά, με ταχύτητα φωτός, να δείξουν κάτι ωραίο σε κάποιον που μπορεί.
Τυχερός αυτός που βλέπει αυτά που θέλει, και θέλει αυτά που βλέπει…
Αναιμία και βήχας. Αιμορραγία γυναικεία, και ορμές, και θα βουτήξω σου λέω, και θα ζήσω μιά ζωή με τα G μου στο θεό.
Αν υπήρξε θεός, έχει από χρόνια μεταναστεύσει…
Θα φτύνω αδρεναλίνη και θα σπάσω το κεφάλι μου ένα ατέλειωτο βράδυ προσπαθώντας να σκοτώσω μιά πουτάνα μυρωδιά.
Η μυρωδιά της γέννας πλημμύρισε το είναι μου, είμαι πια καταραμένος να ελπίζω…
.
.
.
.
**Ευχαριστώ πολύ τον Μορφέα που δέχτηκε να συμπληρώσει και να ομορφύνει τις δικές μου αράδες. Δικές του προτάσεις, τα μπλε πλάγια γράμματα. :)
Σιωπές που κραυγάζουν και κραυγές που σιωπούν,
ο καναπές τα ακούει όλα, στάχτες στα παπούτσια, ξυπολησιά, ''σ'αγαπώ'', τα μαλλιά ασπρίζουν, πονάει η κοιλιά μου,
εγκυμονώ την αλλαγή, το μετά, αυτό που δεν ειπώνεται με λόγια και πράξεις, μόνο με τύψεις,
διπλωμένοι στο πάτωμα δεν παραδεχόμαστε ανάγκες, βόλτες στις άκρες των φόβων, το χωρίς και το μαζί και ανάμεσα τους δύο κόσμοι επικίνδυνοι να διασχίσεις,
τα μάτια σου, δυο ονείρατα, μου δείχνουν το δρόμο, αλλά αχνοφέγγουν κι αυτά, χάνουνται, σβήνουν,
αν βγεις ζωντανός δεν θα έχεις καρδιά, θα νεκρώσεις σου λέω και εσύ με κοροιδεύεις με αυτά που γράφω.
Κράτα με, φοβούμαι μονάχος…
Παρακμή με χρυσόσκονη και λικέρ βύσσινο, το παιδικό αλκοόλ μου, η κολώνια της μαμάς πάλι έκανε βίζιτα, ήρθε τη νύχτα που παρίστανα την κοιμισμένη και μου θύμησε πως είναι να μην έχεις.
να μην έχεις πίστη, να μην έχεις θεό, να μην έχεις εαυτό, απο ουρανό μην ξεμείνεις…
Περπατώ πάνω στην ουλή μου και βουλιάζω σε ένα πόνο εθιστικό που κάνει τα μάτια μου να θολώνουν μα δάκρυ να μη στάζει.
Αγγίζω εκεί που άφησε σημάδι το μαχαίρι, πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μου, που χωρίς αυτό μισός είμαι… και τα μάτια μετέωρα μένουν…
Να ξεραίνονται και να πέφτουν κάνοντας εκκωφαντικό κρότο και να διαλύονται σε εκατομμύρια κομμάτια και να τρέχουν μακριά, με ταχύτητα φωτός, να δείξουν κάτι ωραίο σε κάποιον που μπορεί.
Τυχερός αυτός που βλέπει αυτά που θέλει, και θέλει αυτά που βλέπει…
Αναιμία και βήχας. Αιμορραγία γυναικεία, και ορμές, και θα βουτήξω σου λέω, και θα ζήσω μιά ζωή με τα G μου στο θεό.
Αν υπήρξε θεός, έχει από χρόνια μεταναστεύσει…
Θα φτύνω αδρεναλίνη και θα σπάσω το κεφάλι μου ένα ατέλειωτο βράδυ προσπαθώντας να σκοτώσω μιά πουτάνα μυρωδιά.
Η μυρωδιά της γέννας πλημμύρισε το είναι μου, είμαι πια καταραμένος να ελπίζω…
.
.
.
.
**Ευχαριστώ πολύ τον Μορφέα που δέχτηκε να συμπληρώσει και να ομορφύνει τις δικές μου αράδες. Δικές του προτάσεις, τα μπλε πλάγια γράμματα. :)
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010
Κοίτα που οι Παρασκευές έγιναν μελαγχολικές μέρες. Και ξαναβρίσκω τις λέξεις μου. Αυτό ήταν πάντα κακό σημάδι. Αναπαράγω κάτι που δεν ερμηνεύεται. Λέξεις. Φαγούρα του εγκεφάλου και του μυοκαρδίου. Αλλεργία? Αβιταμίνωση. Αφυδατώνεται η γλώσσα μου και σε λίγο μπορεί να είναι άχρηστη. Σαν εκείνο το όνειρο που την είχα δει κομμένη στα πλακάκια... Αλλά ακόμα ήταν κόκκινη και ζωντανή. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά τίποτα δεν ξέρω για μένα και είμαι όλα αυτά για τα οποία κατηγορούμαι. Θα ήθελα να αγαπιέμαι για το όχι μου. Μα ποτέ δεν έμαθα να το προφέρω καλά πόσο μάλλον να το αντέχω. Στήνω μικρές επαναστάσεις μέσα μου όσο διαρκούν 2-3 τραγούδια που κάτι μου λένε. Τι να κάνεις σε εννέα λεπτά. Μόνο να δειλιάσεις προλαβαίνεις. Και να τρέξεις να κρυφτείς κάτω απο το κρεββάτι πριν προλάβει ο νικητής να έρθει να σε αποτελειώσει. Λύση καμία και ποτέ. Είμαι αυτό το κορίτσι που αγκαλιάζω το βράδυ και ξέρω ότι για όσο μας μένει οφείλω να το αγαπήσω, χωρίς εκπτώσεις.
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010
Αν σε αγαπάω?
Και τις Κυριακές, και τις Δευτέρες κι ας μην στο δείχνω, και τις Τρίτες που δεν σε βλέπω, και τις Τετάρτες που είναι βαρετές, και τις Πέμπτες που ανυπομονώ, και τις Παρασκευές που κάνουμε υπέροχα τίποτα (τα), και τα Σάββατα που εσύ δουλεύεις και εγώ μένω μόνη με τη μυρωδιά σου και της λέω ''θα λογαριαστούμε'' και μετά γελάω πρώτη και τρέχω να πλύνω τα πιάτα, και τις Κυριακές ναι. Τις Κυριακές που έχεις χρόνο να σε αναλύσω, να χορτάσει το μάτι μου μάτια και μαλλιά, να χορτάσει σάρκα και αστεία, να χορτάσει άπειρες ώρες με τα τίποτα που κάνουμε, και σιωπηλοί καθόμαστε και αγωνιούμε και μας πέφτουν τα τσιγάρα απο το στόμα με μία μόνο σκηνή αυτών των χειμωνιάτικων x-files σειρών που βλέπουμε 100 ώρες τη μέρα και είναι όλα τόσο γνώριμα και τόσο ξεκούραστα και τόσο ''πρέπει να γίνουν έτσι'' και συμφωνούν και τα σώματα και τα πνεύματα και το κρύωμα μου και η μύτη μου που τρέχει και εσύ που μου λες ότι μαγειρεύω ωραία, και εσύ που μου λες ''τι έχουν τα μάτια μας?'' με το πιό αθώο ύφος του κόσμου και μετά γελάς χωρίς να περιμένεις απάντηση, και κανείς μα κανείς μα κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει αυτά που γράφω, μόνο εσύ. Ένας παραλήπτης. Like!!!!!!!!!
.
.
Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010
Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010
Δύο Νοεμβρίου Δύο Χιλιάδες Δέκα
Χαράζεις το δέρμα σου για να ορίζεις τον εαυτό σου. Ότι πιστεύεις δεν είναι μόνο μέσα σου μα και πάνω σου. Έχεις ανάγκη έναν περιορισμό. Μία ατάκα. Να στιγματίζεις όλους όσους θα ακουμπήσουν. Και στα μάτια να μένει μία εικόνα, ένα κομμάτι που από όλο τον κόσμο μόνο δικό σου μπορεί να είναι. Χαραγμένο πετσί με μαύρο χρώμα να χάνεται στα χρόνια. Με καταλαβαίνεις? Κρατάω την αναπνοή μου. Χθες το βράδυ στο μετρό φώναζα ότι δεν φοβάμαι, και η αναπνοή μου για λίγο μόνο ήταν κανονική. Στο βιβλίο που πήρα διάβασα ότι η μάνα όλων των φόβων είναι η θανατοφοβία. Αλλά δεν σου λέω άλλα γιατί μπορεί να αγριευτείς. Μετά παρατηρούσα τον κύριο που καθόταν απέναντι και ίσως περίμενα να βγάλει μία αμπούλα και να μας σκοτώσει όλους. Αμερικανιές. Δεν θα κάνω ποτέ τατουάζ. Το αποφάσισα. Ας παραμείνει ένα κοινό σώμα. Ημιαναγνωρίσιμο. Με τη μυρωδιά να το βρίσκεις και με τη γλώσσα. Μαζεύω τα ρούχα και τα βάζω σε μία σακκούλα. Δεν φεύγω, έρχομαι. Είμαι χαμένη σε δύο σπίτια, με τα απαραίτητα πάντα μαζί, πότε με βρίσκει το πρωί εκεί ψηλά με αυτή τη μυρωδιά που σαν κόκκινη μοιάζει, πότε σε ένα μονό κρεβάτι στην απόλυτη κατοχή μου, με εκνευριστική ησυχία, ύπνο δύσκολο, χωρίς νόημα, χωρίς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
