Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

1.864 μέρες. Τόσες ήταν. Τόσες μέρες σε αγαπούσα και μπορούσα να στο λέω. Τώρα απλά το ξέρεις. Δεν μπορώ να στο επαναλάβω. Σε αγάπησα πολύ. Σε αγάπησα γιατί δεν με κάλεσες ποτέ σε κανονικό πρώτο ραντεβού. Γιατί μου έβαζες το Nantes όταν έπαιζες μουσική. Σε αγάπησα για τα μακριά σου πόδια, για τα μαύρα μαλλιά, για τα κοκκινόξανθα μούσια. Σε αγάπησα για όλα αυτά που δεν ήξερες να κάνεις. Σε αγάπησα για τον τρόπο που μου πίεζες το μπροστινό μου δόντι που εξέχει λίγο. Για τα τεράστια παπούτσια που έβλεπα στο χωλ και σκόνταφτα πάνω τους το βράδυ. Για ένα απόγευμα που ακούσαμε όλη τη δισκογραφία του Παυλίδη. Για τον Dexter που ξημέρωνε για να πάμε για ύπνο. Γιατί μου κόρναρες όταν φεύγαμε χώρια για δουλειά παρότι είχαμε φιληθεί πριν 20 δευτερόλεπτα. Γιατί με έβγαζες πολλές κακάσχημες φωτογραφίες. Γιατί μου έστελνες τραγούδια και τα περισσότερα δεν τα άκουγα, το ξέρεις. Γιατί μου έμαθες το κορίτσι με το τατουάζ. Γιατί είδαμε το Σέρλοκ. Γιατί πήγαμε στο Λονδίνο και στο Μόναχο. Γιατί έκλαιγα στο Λονδίνο που με κορόιδευες. Γιατί με πήγες μία φορά στο Σούνιο και κάναμε μπάνιο. Γιατί μου έμαθες κρασιά και κιμαδόπιτες και τι είναι η σκέπη. Γιατί μου έφερες άπειρες φορές κοτομπουκιές απο τη Μιχαλακοπούλου. Γιατί σου έφτιαξα τις ντουλάπες και δίπλωνα τα ρούχα σου. Γιατί δεν ήξερες τι είναι η παπλωματοθήκη και ο τρόπος που μπαίνει σου φαινόταν πυρηνική φυσική. Γιατί σου άρεσαν τα κολοκύθια με φέτα και κάσιους. Γιατί δεν έπαιρνες από τις καλές χαρτοπετσέτες μη μου τις ξοδέψεις. Γιατί προσπάθησες, το ξέρω. Γιατί όταν ξάπλωνες με χάιδευες κι ας κοιμόμουν, κι ας με ξύπναγες, κι ας γινόσουν ενοχλητικός. Γιατί ήθελες να είμαι πάντα κάπου εκεί γύρω, ότι κι αν έκανες. Γιατί μου είχες μάθει όλους τους παίκτες εκείνης της σεζόν του Άρη. Γιατί φάγαμε μαζί ρεβυθοκεφτέδες ρε ψηλέ. Γιατί έχουμε βγάλει μία συγκλονιστική σέλφι, και οι δύο με τις μαλλούρες μας στο μπάνιο του σπιτιού. Στην έχω στείλει, αν όχι να ξέρεις είναι μεγάλο κρίμα να μη την έχεις. Αυτό είμασταν, αυτό στη φωτογραφία. Αν κάναμε ποτέ οικογένεια αυτή θα έδειχνα στα παιδιά και στα εγγόνια. Χαζές σκέψεις μα συμβαίνουν. Σε αγάπησα για το ''μου στειλε μήνυμα για απόψε στις εννιά σε μιά σκηνή να σκοτωθώ μαζί της''. Σε αγάπησα και για άλλα εκατό σοβαρά πράγματα, αλλά αυτά τα ξέρεις.  

Στο μεταξύ αυτά που ξέρουμε και οι δύο μα δεν μπορούμε να μοιραστούμε στο ίνμποξ ή στο γουατσαπ είναι τα εξής: Ότι βγήκε σήμερα το τέταρτο βιβλίο της Σαλάντερ, λέγεται ''Το κορίτσι στον ιστό της αράχνης'' και το έχει γράψει ένας Λαγκεργκραντζ. Τώρα θα πρέπει να αγοράσουμε δύο αντίτυπα. Είδα και το τρέηλερ του Σέρλοκ και το περιμένω με ανυπομονησία. Σίγουρα κι εσύ.




Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Μάζευα κάτι ρούχα και είπα να ξεχωρίσω καλοκαιρινά χειμωνιάτικα, να κατεβάσω δύο ζακέτες και να μαζέψω τα σορτσάκια. Και βρήκα ένα τισερτ σου. Πούστικα μικροπράγματα. Το θυμόμουν ότι το είχα κάποια στιγμή αλλά ήλπιζα ότι θα στο είχα επιστρέψει. Άλλωστε δεν μου το είχες χαρίσει. Ένα Πάσχα πριν κάποια χρόνια κοιμήθηκες σπίτι μου και το φόραγες. Από τότε έμεινε εδώ να κάνει παρέα με τα άσπρα μου φανελάκια. Χρειαζόταν μία παραφωνία αυτό το συρτάρι. Λίγο μαύρο. Όπως τα περισσότερα σου ρούχα, μαύρα. Κυρίως με τέρατα και μέταλ μπάντες. Αλλά αυτά τα έχω γράψει σε άλλο ποστ πιο παλιά. Τότε που τα θεωρούσα χαριτωμένα και ακίνδυνα. Δεν ισχύει αυτό πιά όπως καταλαβαίνεις. Είναι πολύ πολύ επικίνδυνα τα πράγματα σου. Μέχρι στιγμής την έβγαζα σχετικά καθαρή διότι στην κατοχή μου είχα μόνο τα δώρα που μου έχεις κάνει. Όχι κάτι δικό σου. Αλλά αυτό τώρα ήταν χτύπημα κάτω απο τη μέση, τεχνική ποινή, αντιαθλητικό φάουλ και κόκκινη κάρτα μαζί.  Η ιστορία από ότι θυμάμαι είχε ως εξής: είχες κλείσει εισιτήρια να πας σε ένα φεστιβάλ στο Βέλγιο με το Νίκο και άλλους, σου ανακάλεσαν την άδεια απο τη δουλειά σου και δεν πήγες ποτέ, μα οι υπόλοιποι σου έφεραν αυτό το μπλουζάκι. Πολύ πριν σε γνωρίσω. Με αυτό το μπλουζάκι φαντάζομαι θα κυκλοφόρησες πολλές φορές, θα κοιμήθηκες άλλες τόσες, θα είναι ποτισμένο με καπνό εκατοντάδων τσιγάρων και αρωμάτων σου, πιθανόν να σου το είχε βγάλει άτσαλα και καμία κοπέλα, εγώ στο είχα κάνει σίγουρα. Ήταν μία απο τις μπλούζες που φόρεσες τις πρώτες φορές που βγήκαμε, τότε που ο εγκέφαλος είναι σαν σφουγγάρι και φωτογραφίζει τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Και τώρα βρίσκεται εδώ, μαζί μου. Τη φόρεσα για να κοιμηθώ πολλές φορές, την ίδρωσα όταν έπεφτε ένας διαολεμένος πυρετός, τη φόρεσα μέσα απο κοριτσίστικο πουλόβερ γιατί με τσίμπαγε. Φαντάζομαι θα σου λείπει. Αλλά δε με νοιάζει. Την έστεψα βασιλιά των λαφύρων του έρωτα μας. Αύριο μεθαύριο, ίσως όταν δείχνεις στα παιδιά σου τη συλλογή με τα τίσερτ να σου λείπει αυτή. Δεν μπορείς να την ξαναβρείς πουθενά. Θα την έχω εγώ. Θα ζει και θα λιώνει μακριά σου. Ποτέ δεν θα σου την επιστρέψω.

Και έτσι για την ιστορία όταν τη βρήκα την αγκάλιασα. Αναμενόμενο για μας. 


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Την αγαπάει από πάντα. Της χαιδεύει τα μαλλιά. Της στέλνει μηνύματα με καρδούλες. Τον λέει βλαμμένο και μετά φρικάρει που δεν της απαντάει. Την παίρνει τηλέφωνο μετά απο τρεις μέρες. Δεν το σηκώνει ποτέ. Πάει σπίτι του. Ψάχνει τα τσάγια του. Της φτιάχνει το αγαπημένο της. Του λέει πως δεν τον αγαπάει απόψε. Την τραβάει πάνω του. Εκείνη φωνάζει άουτς. Τον δαγκώνει. Του γλείφει την πληγή στον αντίχειρα. Του λέει για μία καινούρια συνταγή που έμαθε. Δεν θα του τη φτιάξει ποτέ φυσικά. Την ρωτάει τι να της φέρει από το ταξίδι. Του δίνει το κράνος στο χέρι. Της φοράει το μπουφάν. Τον κλειδώνει στο μπάνιο και γελάει. Τη ρωτάει που θα πάει απόψε. Τρώει πίτσα οκλαδόν στον καναπέ και δεν της δίνει. Πετάει την τσάντα της όπου να ναι. Του τραβάει τα μαλλιά και τα μούσια. Εξαφανίζεται για μία βδομάδα. Της φτιάχνει το ποδήλατο. Του φτιάχνει πορτοκαλάδα. Τρέχει πλάι του το βράδυ. Έχει πιο ωραία αθλητικά παπούτσια από εκείνη. Εκείνη κάνει γιόγκα και αυτός της τραβάει το στρώμα. Πέφτει και πονάει. Του τραβάει τα μαλλιά και τα μούσια πάλι. Την αγαπάει από πάντα. Της μιλάει για μία γκόμενα. Εκείνη ακούει και μετά φεύγει. Δεν σηκώνει το τηλέφωνο για τρεις μέρες. Την ψάχνει στα μπαρ. Τη βρίσκει. Ορμάει πάνω του. Την τραβάει έξω. Την βάζει στο αμάξι. Ανοίγει την πόρτα στο φανάρι και φεύγει. Τον περιμένει έξω από την πόρτα του. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Ξυπνάει και φεύγει. Του γράφει ''Να πας να γαμηθείς''. Της στέλνει καρδούλες και τη λέει ''μωρό μου''. Της μιλάει για ένα γάτο και ένα σκύλο που είχε μικρός. Της λέει για τη δουλειά του. Της λέει για μία μουσική που θέλει να συνθέσει. Του λέει για ένα βιβλίο. Φεύγει και χτυπάει την πόρτα πίσω της. Την κυνηγάει στα σκαλιά. Της λέει να σκάσει για να μην ξυπνήσουν οι γείτονες. Ξαναμπαίνει μέσα. Τον λέει αγάπη της. Απλώνει τα πόδια του στο τραπεζάκι και εκείνη ξαπλώνει στα γόνατα του. Της τσιμπάει το μάγουλο. Τον δέρνει με το μαξιλάρι. Πίνει κανένα τσιγάρο κρυφά στο μπαλκόνι πριν ξημερώσει. Της στέλνει μήνυμα να πάει από το σπίτι. Εκείνη δεν ξαναπάει. Τον βλέπει σε ένα μπαρ να πίνει. Τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει, τον κρύβει στο μπουφάν της, του συγχωρεί τα πάντα και φεύγουν μαζί περπατώντας τη Μητροπόλεως. Η ώρα ήταν περίπου 5. Συνάντησαν πολλά αδέσποτα σκυλιά, πολλούς που έτρωγαν βρώμικο. Πήγαν στο σπίτι, τα σεντόνια ήταν καθαρά και σιδερωμένα, κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι και ξύπνησαν έτσι, αγκαλιασμένοι.