Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Δουλεύω σε μία εταιρία και έχω βρει εκεί μία κρυψώνα. Είναι ένα επίπεδο κάτω από τη γη. Δεν έχει καθόλου φυσικό φως και ούτε καλό εξαερισμό. Όταν λοιπόν νιώθω αυτή την πίεση στα βλέφαρα τρέχω κουτρουβαλώντας τις σκάλες και κάθομαι αγκαλιάζοντας τα γόνατα μου, πάνω σε ένα ψηλό και βρώμικο πάγκο. Μου δίνω δύο λεπτά, να φοβηθώ όσο θέλω, να είμαι όσο δυστυχισμένη μου βγαίνει, να σκεφτώ όλα αυτά τα εφιαλτικά σενάρια. Να παραδοθώ στο δαίμονα.

Έπειτα, ξεσκονίζω το παντελόνι, σκουπίζω τα μάγουλα, και επιστρέφω ξανά ένα επίπεδο πάνω απο τη γη, σαν ''κανονική''. Ή ''σαν'' κανονική. 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Νομίζω ότι δε μου αρέσει ο Blogger πιά. Ήθελα να μείνει όπως ήταν, όπως και τόσα άλλα πράγματα. Ήθελα να σταματήσω το χρόνο τότε που χαιρόμουν με χρωματιστούς μαρκαδόρους, τότε που έκανα ακόμα επαναστάσεις σε κομμάτια χαρτί. Θυμήθηκα και ξαναφόρεσα ένα δαχτυλίδι που είχα αγοράσει στην Άνδρο ένα κάπως στεναχωρημένο καλοκαίρι. Αλλά τώρα το θυμάμαι και χαίρομαι. Είχα μαυρίσει τόσο πολύ, είχα φάει φραγκόσυκα, δεν φοβόμουν. Ούτε τώρα φοβάμαι. Τώρα δεν θέλω. Τώρα έχω αλλάξει. Και μου άρεσα πιό πολύ τότε. Τότε που παρασυρόμουν. Ήμουν πλαστελίνη. Τώρα στέγνωσα και σκλήρυνα. Μα έχω ακόμα εκείνο του νούφαρο στο στομάχι μου. Το νιώθω κάτι ανοιξιάτικα απογεύματα όπως το σημερινό. Ανοίγει ένα πέταλο και ταράζεται η ύπαρξη μου. Χαίρομαι που είναι εκεί. Που δεν ψόφησε με τόσο ''δώσε''. Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου καταιγίδες και λιακάδες να εναλλάσονται αστραπιαία και προσπαθώ να καταλάβω γιατί. Πάω και τα λέω στον κύριο με τα γυαλιά. Εκείνος ξέρει. Πολλές φορές νιώθω ότι ξέρει τα πάντα. Μα δε μου τα λέει. Με αφήνει να σκεφτώ κι άλλο. Να τερματίσω μόνη μου. Να μην το βρω έτοιμο. Μα αυτή είναι η πιό ωραία μου κούραση. Υπήρξαν φορές που ήθελα να πάρει κάποιος άλλος μία πρωτοβουλία, να με πιάσει από το χέρι και να μου πει ''ζήσε, εγώ σε προσέχω'' αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Οι περισσότερες σχέσεις μας είναι παιχνίδια επιβολής και μεταφοράς φορτίων. Και έτσι με προσέχω εγώ, με προγραμματίζω, με ταίζω, μου δίνω αντιπυρετικά και παυσίπονα, με ρωτάω ''τι θέλω να κάνω εγώ για μένα?'', με πάω βόλτα καμιά φορά, μου παίρνω ωραία αφρόλουτρα, με νανουρίζω, μα πιό πολύ προσέχω σε κάθε βήμα να μην σκοντάψω και πέσω. Γιατί φοβάμαι ότι δεν θα μπορώ να σηκωθώ. Και σίγουρα κανένας δεν κατέληξε δρομέας με τέτοιο μυαλό. Αλλά αυτό έχω. Δεν είμαι γεννημένη για μεγάλα επιτεύγματα. Ίσα να με κοντρολάρω, να μου προσφέρω ασφάλεια και άνεση και τον πέτυχα τον στόχο. Μετά σκέφτομαι τα ταξίδια. Αυτά που έχω καταφέρει και αυτά που δεν έχω καταφέρει. Αυτά που θα γίνονταν αν δεν υπήρχαν ''πρέπει''. Γιατί μάλλον η απουσία ''πρέπει'' οδηγεί σε ένα αεροδρόμιο με ένα εισητήριο χωρίς επιστροφή στην κωλότσεπη. Και τίποτα άλλο. Αυτή είναι η ευτυχία μας, να δραπετεύουμε.