Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Ήταν ωραία. Ήταν ο τόνος της φωνής σου όταν έλεγες στο τηλέφωνο ότι έχουν καλέσει λάθος. Άκουγα όλες τις στροφές που έκανε η γλώσσα σου λέγοντας ''έχετε καλέσει λάθος, καληνύχτα σας''. Τόσο κοντά μου, τόσο οικεία. Κάναμε αυτά που κάνουν και οι άλλοι. Φάγαμε σουβλάκι και χαζεύαμε φωτογραφίες. Φόραγες τα γυαλιά και σου είπα ότι θέλουν καθάρισμα. Τόσο κοντά μου, τόσο οικεία. Ο καναπές με ρούφηξε. Δύο ζευγάρια πόδια, πότε απλωμένα ευθεία μπροστά, πότε στο πλάι, πότε οκλαδόν, πότε το ένα πάνω στο άλλο. Από τη στάση των ποδιών μας ίσως καταλάβαινε ένας τρίτος αν είχαμε φουρτούνες ή μπουνάτσες. Και ήθελα να σου μιλήσω για αυτό το πράγμα με τα χέρια που πάντα συμβαίνει. Σαν σιαμαία που ξεχαστήκαμε ενωμένοι στα χέρια. Λες και κλειδώνουν εκεί όλα. Δημιουργείται ένας απειροελάχιστος, καλά οξυγονωμένος, συμπαντικός χώρος και εκεί χωράμε το λίγο χρόνο, τις άπειρες συζητήσεις, το πόσο με αγαπάς και τα λάθη που κάνουμε. Και όλα αυτά, καμιά φορά, χωρίς να μιλήσουμε καθόλου. Όπως την τελευταία φορά, που σε έπαιρναν τηλέφωνο και έλεγες ότι πήραν λάθος. Δεν μιλούσαμε μεταξύ μας. Με κοίταζες με τα κατακόκκινα μάτια σου και μου κράταγες το χέρι. Έκανες ότι μου το κράταγες. Εγώ σου το κράταγα πιο πολύ. Μέχρι που κοιμήθηκες. Άφησες πάνω μου την εξαντλητική σου μέρα, ώρα 22:00 κοιμόσουν ήδη. Σηκώθηκα γιατί είχα κρυώσει απο την ακινησία, τυλίχτηκα με την κουβέρτα και περπάτησα με τις κάλτσες ως την κουζίνα να αφήσω τις κούπες από το τσάι. Γυρνώντας σταμάτησα και έμεινα όρθια να παρατηρώ που βρίσκομαι και τι κάνω. Αριστερά το πιάνο, δεξιά η τραπεζαρία, η πιό ωραία του κόσμου, κουρτίνες μισοτραβηγμένες, τηλεόραση κλειστή πάντα, δύο παραμύθια στο τραπεζάκι, κράνη και αθλητικά παπούτσια, προσπέκτους για έπιπλα, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ψιλά για τα ντελίβερι,  καναπές που πάνω του κοιμόσουν σε μία ανορθόδοξη στάση. Ήρθα και σε σκούντηξα ''πας στο κρεβάτι? θα πιαστείς εδώ.''. Σηκώθηκες σαν να ζύγιζες ένα τόνο πήγες στο μπάνιο να βουρτσίσεις τα δόντια και πήγες στο κρεβάτι. Και λέω κοίτα που είμαστε κιόλας εδώ. Να μην θεωρούμαι εισβολή, να ξέρω που είναι το τσάι και οι κούπες, να θυμάμαι πως είναι το σακάκι το καλό, και τι μου έχεις πει να σου λέω πριν τους αγώνες. Είναι αυτές οι φορές που με παίρνεις να μου πεις ότι έχασες τα κλειδιά σου, ότι έκλεισες εισιτήρια για το επόμενο σου ταξίδι, ότι άνοιξε καινούριο εστιατόριο, ότι ο αδερφός σου θα μεταναστεύσει, ότι πεινάς, ότι πονάς, ότι έκανες ράμματα στο σαγόνι. Και είναι αυτές οι φορές που κάθομαι και τα ακούω με τρομερό ενδιαφέρον. Και ακόμα και τότε κάτι φωνάζει μείνε. Πάντα κάτι φωνάζει, κόντρα σε αυτά που τελικά κάνουμε. Που φεύγουμε στο τέλος εννοώ. Λες το αύριο θα έρθει σίγουρα.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Πριν κάμποση ώρα ήμουν σε μπαρ και έπινα κρασί. Σκέφτηκα ότι θα μετρήσω πόσες μέρες δεν είμαι εκεί. Πριν μπω στο μπαρ εκεί στο Μοναστηράκι συνάντησα τυχαία ένα φίλο αγαπημένο και τον έπιασα αγκαζέ να πάμε να βρούμε την υπόλοιπη παρέα. Μετά μίλησα πολύ και δεν έβγαλα το κινητό να τις μετρήσω. Συζητούσαμε πολύ ώρα, για τις παραστάσεις που θα πάμε, για τη Θεσσαλονίκη που θέλω να πάω σύντομα - δεν ξέρω γιατί - γενικώς ένα ευχάριστο κλίμα. Μετά από δύο ώρες είπε να φύγει. Άλλωστε δεν ήταν προγραμματισμένο. Είναι πολύ ψηλός και αυτός. Του ζήτησα να αγκαλιαστούμε λίγο. Πρότεινε τα χέρια του με προθυμία. Ησύχασα. Έχω φίλους. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα πολύ ψηλό σώμα με αγκάλιασε για λίγα δευτερόλεπτα μέσα στους καπνούς από τα τσιγάρα. Περίμενες ποτέ να γράψω τέτοια πράγματα? Εγώ όχι. Αλλά γίνεται. Η ζωή είναι μικρή για να μη λέω ότι θέλω. Ότι νιώθω. Η ζωή είναι πολύ μικρή γενικώς. Οπότε θα λέω ότι θέλω. Και θα εκφράζω την αγάπη μου όλο και περισσότερο γιατί θαρρώ όταν θα φύγουμε από δω η αγάπη που εκφράσαμε, που δείξαμε θα αφήσει ένα τόσο δα αποτύπωμα. Όχι τα πείσματα ούτε οι εγωισμοί, ούτε οι άσχημες κουβέντες. Που λες, χθες το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί ήταν πολύ κρύα τα πόδια μου, όχι μόνο οι πατούσες, όλο το πόδι. Και μου φάνηκε περίεργο γιατί είχα κάνει πολύ γυμναστική και συνήθως μετά κοιμάμαι αμέσως χωρίς να με ενοχλεί τίποτα. Σήμερα το πρωί που το ξανασκέφτηκα, κατέληξα ότι κάποιοι άνθρωποι κρυώνουν και από μέσα. Και αυτό θέλει επιδέξιους χειρισμούς. Δεν σώζεται με ένα καλοριφέρ ή με μάλλινες κάλτσες παρότι ξέρεις ότι μου βρίσκονται άπειρα ζευγάρια τέτοιες. Τις φόραγα και εκεί. Με τις μπέρτες. Και γέλαγες και με κορόιδευες και μου άρεσε. Και μετά θα σου έλεγα ''πάω για ύπνο'' και εσύ ''όχι ακόμα'' και εγώ ''ωωω δεν μπορώ άλλο πάω'' και εσύ ''τελειώνω το γκέιμ και έρχομαι'' και ερχόσουν 2-3 ώρες αργότερα αλλά ποτέ δεν με ενοχλούσε πραγματικά. Γκρίνιαζα για να είμαστε involved. Αλλά το ξέρεις και αυτό. Οι άνθρωποι κρυώνουν πριν κοιμηθούν, καμιά φορά και το καλοκαίρι. Δεν ήταν ποτέ τα υφάσματα που όριζαν τη θερμοκρασία μας, ούτε καν οι εποχές. Τα σώματα ήταν.

Καμιά φορά σκέφτομαι, συμβαίνει στ' αλήθεια αυτό? Το κάνουμε στ' αλήθεια?