Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Νανούρισμα

Κοιμήσου εσύ μωρό μου. Εγώ θα σου πω παραμυθάκια για χρωματιστούς κόσμους και πλούτη πολλά. Για ακριβά αυτοκίνητα, για μοσχαράκι ψητό, για πρώτα τραπέζια στα μπουζούκια, για προαγωγές και αυξήσεις, για γεμάτες τσέπες, για κράτος πρόνοιας, για τα όμορφα γηρατειά που σε περιμένουν, για ταξίδια αναψυχής σε όλο τον κόσμο, για το βιολογικό γάλα που πάντα θα είναι στο ψυγείο, για το λαπτοπ που πάντα θα είναι φορτισμένο, για τα κλιματιστικά που θα σε δροσίζουν, για το πετρέλαιο που θα καίει όλη μέρα στα καλοριφέρ, για τα τσιγάρα που θα μπορείς πάντα να αγοράζεις, για τη γεμάτη ντουλάπα, για τα μανικιούρ και τα κομμωτήρια, για τα γυμναστήρια, και αν έχεις ποτέ πρόβλημα, στον καλύτερο ψυχολόγο να πας, αυτόν με τα 100 ευρώ την ώρα και μετά θα βγαίνεις να πίνεις ποτά με τους φίλους σου απο το κολλέγιο, και θα πηγαίνεις οκτώ ώρες την ημέρα στη δουλειά γιατί θα είσαι αφεντικό. Εσύ μωρό μου είσαι γεννημένο αφεντικό.
Έλα τώρα κοιμήσου, δεν είναι μικρή η κουβέρτα ούτε το κρεββάτι, και αυτό που τρως είναι πολύ θρεπτικό και ας μην σε χορταίνει. Κοιμήσου μωρό μου γιατί η μαμά πρέπει να δουλέψει για να ζεις και αύριο.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Αδιόρθωτο τρίο.

Ένα
///Αυτό που έχω εγώ μέσα μου μόνο εσύ το ξέρεις. Εσύ, που κάθεσαι απέναντι μου και πίνεις τη μπύρα σου. Εσύ, που με κοιτάς. Εσύ που μου μιλάς με τη πιο ζεστή φωνή του κόσμου. Εσύ, που μου τραγουδάς στίχους που δεν ξέρω. Εσύ, που έχεις τα πιό παιδικά όνειρα του κόσμου. Εσύ που με κλείνεις εκεί μέσα όταν φοβάμαι. Εσύ, που στέκεσαι αγέρωχος για να ξεσπάσω πάνω σου. Εσύ, που τραβάς τα ζόρια σου μαζί μου. Εσύ, που θέλεις να με πας στο φεγγάρι πάνω σε ένα στρώμα. Εσύ, που ποτέ δεν είσαι εδώ όταν μου λείπεις. Εσύ, που θα με κάνεις να τα διαλύσω όλα με ένα φευγιό. Εσύ, που με τρελαίνεις, γαμώ την άνοιξη μου.///
Δύο
///Νεράιδες, αναπτήρας ψαρεμένος απο το βυθό, γελάω στις φωτογραφίες στο ψυγείο, Paulaner άλλη μία χρονιά, βρήκα ένα φοβερό μπαρ, βαριέμαι, πονάει το κεφάλι μου, ωραία είναι κι έτσι, επικαιροποίηση λογαριασμού ''να πάω το εκκαθαριστικό'', έκτακτη επικαιρότητα, διαφημίσεις, ετών 0,5 και δεκατριών δευτερολέπτων, σ΄αγαπάω μαλάκα η ζωή έχει πλάκα, το άλλο δεν έχει, αυτό το παλιό, το να σε περιμένω, κατ' εξακολούθηση επαναστατώ στο μυαλουδάκι σου, πυροβολώ εκεί μέσα και τρώω τις σφαίρες μου κατάστηθα, δεν ακούς, τα βράδια που κοιμάσαι δεν κάνω ησυχία, χτυπάω με μανία τα τακούνια μου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, και ανοιγοκλείνω τις πόρτες χωρίς να μπαινοβγαίνω, βλέπεις γελάω.///
Τρίο
///Καλημέρα. Ξυπνώντας με ταχυπαλμία (γιατί δεν ξέρω). Κοιτάω το κινητό. Το κλείνω. Δεν ξέρω γιατί. Αρκούμαι σε μένα. Όλα μπορώ να τα κάνω αφού με αγαπώ. Πιάνω να καθαρίζω πατάτες και να μαχαιρώνω μπουτάκια κοτόπουλο. Τελευταία μαγειρεύω. Και αυτό σημαίνει ότι αλλάζω. Μάλλον με είχα βαρεθεί. Ό,τι κάνεις με αγάπη γίνεται καλό. Έτσι λένε οι εξπερ στη μαγειρική. Σκέφτομαι κι εγώ κάποιον που αγαπώ πολύ και βάζω το φαγητό στο φούρνο. Δεν θα έρθει το μεσημέρι να φάει μαζί μου. Όχι, δεν είναι απο αυτές τις αγάπες τις συμβατικές. Και δεν ξέρω αν θα ήθελα να γίνει ποτέ. Μάλλον τα ''συμβατικά'' πέρασαν ανεπιστρεπτί. Τώρα είναι λίγο κουραστικά, για να μην κοροιδευόμαστε. Μα η αγάπη, αγάπη. Με ένα δικό μας τρόπο. Θα ήθελα να ξέρω πάντως αν έχει ξυπνήσει τώρα... Καμιά φορά αρκούν όλες αυτές οι άχρηστες πληροφορίες για να βουτήξεις με φόρα στη φωτιά. Όλα εντάξει είναι πάντως. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Δεν είναι αρρώστια, δεν είναι πληγή. Είναι ένα ''κάτι'' αρκετό, μία κατάσταση που με ορίζει. Που θα μπορούσε να γραφτεί στην ταυτότητα μου σαν δυνατότητα. Και η άνοιξη συνεχίζει να έρχεται. Άπο παντού. Εχθές έπλυνα όλα τα τασάκια. Να τα γεμίσω με καινούριες σκέψεις.///.

---Muse - New Born---

.
*τρία απεριποίητα πρόχειρα λίγο πριν την ασφυξία τους.

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Σπίτι όπου ξημερώσει.


Θόλωσε ο κόσμος γύρω της. Ένα μπουκάλι μέτρησε και σήμερα. Κούνησε χαριτωμένα το χεράκι της για να πληρώσει. Έβγαλε διακόσια ευρώ απο την τσάντα της και σηκώθηκε. '' Τα ρέστα δικά σου φίλε μου'' είπε στον συμπαθητικό σερβιτόρο που την κοίταζε απορημένος. '' Να σας πάω κάπου? Σε μισή ώρα σχολάω...''. Ανησύχησε. Την έβλεπε για τέταρτη φορά μέσα στη βδομάδα να έρχεται, να πίνει και να φεύγει. Μόνη της. Αυτό του έκανε εντύπωση. Είχε συνηθίσει να συνεννοείται με μεθυσμένους ανθρώπους. Αλλά αυτή η κοπέλα είχε κάτι που τον έκανε να νοιάζεται αν θα φτάσει καλά στο σπίτι της. '' Όχι '' του είπε χαμογελώντας κοροιδευτικά, γύρισε την πλάτη της και προσπάθησε να ισορροπήσει στα τακούνια της. Ήταν μόνο δώδεκα βήματα η έξοδος. Τα μέτρησε... '' Έλα Σοφάκι μου, άλλο ένα'' έλεγε στον εαυτό της. Τα κατάφερε ενώ ένιωθε περιφρονητικά βλέμματα να την ακολουθούν. Σχεδόν έρποντας έφτασε στο αυτοκίνητο. Τοίχο - τοίχο. Ένα αδέσποτο σκυλί προσπαθούσε να παίξει με την τσάντα της. Ήταν η μόνη παρέα που επέτρεψε να την συνοδέψει. Σε εκείνο θα μίλαγε όσο μπορούσε. Άρχισε να λέει μία ιστορία χωρίς σύμφωνα και να γελάει. Το χάιδεψε και του άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Ο σκύλος πήδηξε μέσα και κουλουριάστηκε στο κάθισμα. Ένιωθε ότι απόψε δεν θα πήγαινε πουθενά και έπρεπε να δώσει αγάπη σε αυτόν τον άνθρωπο. Καθόταν και άκουγε με λυπημένα μάτια. Μάλλον την εγκατέλειψαν, σκέφτηκε... Ακούμπησε το ποδαράκι του πάνω στο δικό της και έτσι αποκοιμήθηκαν. Εκει στο κρύο πάρκινγκ με τα αδιάκριτα βλέματα των περαστικών αντιμετωπίζοντας τους σαν μιάσματα και ότι '' κάποιος επιτέλους έπρεπε να επιληφθεί του θέματος'' ''γεμίσαμε ρεμάλια και πόρνες'' και άλλα τέτοια συμπαθητικά τσιτάτα των καθώς πρέπει ανθρώπων.
.
.
Στο Νάσο.

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Ζωή αφιερωμένη.

Καμιά φορά πίστευε ότι είχε κολλήσει σε μία πτήση που είχε καθυστερήσει 2 χρόνια. Έβλεπε στον ύπνο της αεροδρόμια γεμάτα, με ανθρώπους να κοιμούνται στο πάτωμα, βυθισμένοι στο σκοτάδι τους. Δεν ήξεραν που πάνε μα ούτε κι αν τους περίμενε κανείς. Που και που πλησίαζε έναν-δύο και τους χάιδευε το κεφάλι. Ανασηκώνονταν, τους έδινε γάλα ζεστό και τους ρωτούσε για την πτήση 9856. Αν άκουσαν κάτι, αν είδαν. Οι υπάλληλοι του αεροδρομίου την ήξεραν, μα είχαν παραιτηθεί απο την προσπάθεια να την συνεφέρουν. Όταν έδυε ο ήλιος καθόταν με ένα ποτήρι τσάι και χάζευε τα μεταλλικά πουλιά που απογειώνονταν. Είχε μάθει τους χρόνους, τις ταχύτητες, παρατηρούσε τις ρόδες που μαζεύονται και μέτραγε ως το δέκα. Πάντα μέτραγε ως το δέκα. Δεν ήξερε να σου πει γιατί. Φορούσε το κόκκινο κραγιόν της και εκείνες της γόβες της Σταχτοπούτας. Να τη βρει όπως την είχε αφήσει. Κάθε μέρα αγόραζε ένα λευκό τριαντάφυλλο να του χαρίσει όταν θα έφτανε και κάθε βράδυ το χάριζε σε κάποιο παιδάκι που θα την κοίταζε περίεργα.
Σε κάθε αναγγελία πτήσης απο εκείνη τη χώρα έστρωνε τη φούστα της. Μάλλινη, πράσινη, φόραγε λίγη κολώνια και έπλενε τα χέρια της. Πάντα έπλενε τα χέρια της πριν τον ακουμπήσει. Να είναι όσο πιό καθαρή και όμορφη γινόταν αντικρύζοντας την ιερότητα του. Καμιά φορά στον ύπνο της ερχόταν και της έκανε έρωτα όπως τότε που ήταν νέοι. Έβλεπε τα καθαρά χέρια της χωρίς καμία φλέβα, με το δέρμα λείο και τσιτωμένο να ακουμπάει το μέτωπο του, να το περνάει μέσα απο τα μαλλιά του και το πρωί ξυπνούσε χαμογελαστή. Το ζούσε ακόμα, το θυμόταν. Τίποτα δεν μπορούσε να της πάρει αυτή την ανάμνηση, τα χέρια της πάνω του.
Έβρισκε ένα καθρέφτη και χτένιζε τα μαλλιά της. Γνώριζε όλες τις καθαρίστριες, μιά που τόσα χρόνια προτιμούσε να μιλάει σε αυτές τις συμπαθητικές κυρίες παρά στις σκύλες των αεροπορικών εταιριών που την κοιτούσαν περιφρονητικά. Τις συγχωρούσε όλες. Σε κανέναν δεν κρατούσε κακία. Μόνο σε αυτούς που κατά καιρούς υποστήριξαν ότι ''δεν θα έρθει ξανά, ξέχασε τον''.
Η κόρη της ερχόταν που και που να τη δει. Είχε παραιτηθεί και αυτή απο κάθε προσπάθεια να την πάρει σπίτι. Η κόρη της, που τόσο έμοιαζε στον άντρα της. Με τα ξανθά μαλλιά της και την ελίτσα στο λαιμό. Ήταν το πρώτο πράγμα που είδε όταν την έβγαλε απο τα σπλάχνα της. Τον αγάπησε τον άντρα της. Μα τον έδιωξε. Δεν μπορούσε να συγκριθεί. Και εκείνη ήταν πάνω απο όλα γυναίκα. Γυναίκα που της έταξαν επιστροφή. Δεν ήταν νοικοκυρά, δεν ήταν σύζυγος. Κάποιοι την πίεσαν να τον παντρευτεί τότε.''Έχει δουλειά και όρεξη'' της έλεγαν. Της χάρισε ένα παιδί που δεν θα έπαυε ποτέ να είναι το μεγαλύτερο δώρο. Καμιά φορά που κοιτούσε τον ουρανό ευχόταν να είναι καλά όπου και να είναι και κάποτε μέσα του να τη συγχωρούσε.
Έπαιρνε τα χάπια της πίεσης και άφηνε τα μαλλιά της λευκά. Έτσι ανεπιτήδευτη του άρεσε τότε. Δεν την άφηνε να βάλει ούτε λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα. Του άρεσε χλωμή, αγουροξυπνημένη. Να την ακουμπάει απαλά στην αγκαλιά του και να της κάνει έρωτα ξανά και ξανά μέχρι να την κουράσει και να την νανουρίσει. Φιλούσε την κοιλιά της και το εικοσάχρονο στήθος της. Έτσι ζούσε. Ζούσε για να τη φιλάει.
Ένα πρωί μόνο ξύπνησε με ένα σημείωμα στον καθρέφτη του μπάνιου. Με τον προορισμό του, το λόγο, και την επιστροφή. Αυτή που της υποσχέθηκε. Αυτή που σκεφτόταν 40 χρόνια μετά. Αυτή που σκεφτόταν διαρκώς για 40 χρόνια. Η επιστροφή. Θα ήταν και η τελευταία λέξη που θα άκουγε ένας νεαρός Ινδός που θα τύχαινε να καθεται δίπλα της στις καρέκλες των αφίξεων καθώς θα ένιωθε ότι η τελευταία εκπνοή θα ήταν η επόμενη. Του χαμογέλασε και του κράτησε το χέρι. Σαν να ζήτησε παρηγοριά για πρώτη φορά και τελευταία. Φεύγοντας. Κουρασμένη. Μόνη.
.
.

ghost

Σε
ακούω
παντού
μου
.
.
.
.
.

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Shadows Corporation.


Η ασφάλεια βρίσκεται σε ένα βλέμμα. Και μόνο. Χωρίς να είναι αυτό που νομίζεις. Είναι ένα που του μοιάζει όμως. Είναι ένα '' σε συμπαθώ ''. Δεν είναι φιλικό. Είναι απλά γνωστό. Είναι μία παραφωνία στην τρέλλα που κυκλοφορεί. Ένα '' είμαι εδώ και σε θυμάμαι ''. Πόσες φορές παρακάλεσα να μην ξεχαστώ. Έσύ ξέρεις όμως. Ξέρεις τι έχει συμβεί. Και δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για αυτό. Ήσουν παρούσα όταν κοβόμουν στα δύο. Χωρίς να σε βλέπω. Μόνο να ξέρω ότι με σκέφτεσαι. Ότι ήθελες να με πάρεις τηλέφωνο να με παρηγορήσεις. Ήμουν σίγουρη για αυτό. Χρόνια μετά ξαναπήρες μορφή. Θυμήθηκα τι όμορφη που είσαι και πόσο θα ήθελα να είμαστε φίλες. Με επιβεβαιώνεις πλαγίως και μπορώ να ερμηνεύσω κάθε αλλαγή στον τόνο της φωνής σου. Ασφάλεια ένιωσα να ξέρεις. Ενώθηκα για λίγο με το κομμάτι εκείνο που είχα αφήσει εκεί. Κρατάς κι εσύ λίγο απο αυτό. Χωρίς να το ξέρεις.
.
Μέτρησα ως το δέκα με κλειστά τα μάτια, και είχες (ξανά)φύγει.
.
.
.
Φωτογραφία ποστ: Ένορκος

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Keep with me.


Όταν συνάντησα ξανά τη μουσική. Δεν έχω λόγια. Δεύτερη σειρά, εμπόλεμη ζώνη. Μπουνιές, κλωτσιές, τέρμα αγάπη. Αδρεναλίνη, ιδρώτας, ουρλιάζω. Χέρια στον αέρα. Δεν πατώ στο έδαφος. Είμαι εκεί. Εκεί. Εκεί.
.
.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Ήταν


Πριν λίγο καιρό κάπου έγραφα ότι είναι απο τις αγαπημένες μου φωνές. Μία Τρίτη και 13 μου δέθηκε κόμπος το στομάχι μαθαίνοντας ότι ''ήταν'' πιά. Ο Μάνος Ξυδούς, που στάθηκα τυχερή να τον βλέπω να σκαρφαλώνει στη σκηνή για να πει ένα και μόνο τραγούδι και να το χαίρεται σα μικρό παιδί και το κοινό να τον αποθεώνει κόντρα στην Πλιατσικομανία που έχει κυριεύσει το πανελλήνιο. Μία Τρίτη και 13 ο Μάνος σκαρφάλωσε εκεί πάνω και την έκανε για πάντα.
.
Χαιρετώ σε.
.
.

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Οverdose


Αύριο θα αποφασίσω ότι δεν θα ξαναπάω στη δουλειά, θα πάρω το αυτοκίνητο μου και θα γυρίσω τον κόσμο. Θα δω φαβέλες, θα πάω σε μουσεία, θα ανέβω σε ουρανοξύστες, θα μάθω όλη την ιστορία της γης, θα γνωρίσω τον Χοσέ, τον Πάβελ, τον Γκας που θα φοράνε καπέλα και θα συνεχίσουμε μαζί. Θα πάω να ταίσω παιδάκια στην Αφρική, να νανουρίσω ορφανά μωρά, θα αγοράσω 17.000 κοντέινερ παιχνίδια και θα τα μοιράσω. Θα τρώω κάθε μέρα ψάρι φρέσκο και θα καπνίζω παραπάνω. Θα γκρεμίσω όλες τις άσχημες πολυκατοικίες και θα φτιάξω φάρμες. Θα ανοίξω όλους τους ζωολογικούς κήπους και θα στείλω τα ζώα εκεί που έπρεπε να είναι. Θα φτιάξω μία ομάδα που θα δέρνει αυτούς που στρίβουν χωρίς φλάς- αδειάζουν το τασάκι στο φανάρι- οδηγούν ανάποδα στα στενά- βάζουν τα παιδιά να κάθονται μπροστά- ανεβάζουν παιδιά στη μηχανή και μάλιστα χωρίς κράνος. Θα κρεμάσω ένα πανό που να φαίνεται και απο το φεγγάρι που θα λέει '' Βάλτε τα πετρέλαια και τα όπλα σας εκεί που ξέρετε ''.Θα πιάσω φιλίες με έναν πιγκουίνο και ένα κύκνο που ξέρουν να αγαπούν πραγματικά. Θα κάνω σε όλους τους γεράκους- γριούλες εξετάσεις και θα τους κάνω καλά ό,τι και αν έχουν. Θα φτιάξω 18790 Hyde park (ακόμα και η Καλλιθέα θα έχει) και θα τρώμε πρωινό μαζί με σκίουρους. Θα αγοράσω δισκογραφική και θα έχω και τους Pearl Jam και θα τους κάνω live κάθε Σάββατο στην πλατεία Συντάγματος την οποία θα μετονομάσω σε πλατεία Vedder. Θα κάνω τον Eddie να με ερωτευτεί θανάσιμα και θα του κάνω και όλα του τα παιδιά (2 δηλαδή). Θα πληρώνω εγώ όλες τις μπάντες να έρχονται και να παίζουν δωρεάν στις φάρμες σας. Θα απαγορέψω την είσοδο αυτοκινήτων στο κέντρο και θα κάνω το μετρό 24ωρο. Θα αγοράσω και την St. Pauli. Θα πάρω συνοδούς για όλους τους τυφλούς για να πηγαίνουν όπου γουστάρουν. Θα καταστρέφω τα αυτοκίνητα αυτών που παρκάρουν σε ράμπες αναπήρων ή πάνω στα πεζοδρόμια. Θα κάνω ποδηλατόδρομους και θα καθαρίσω όλες τις παραλίες βοτσαλάκι- βοτσαλάκι. Θα γίνω χειμερινή κολυμβήτρια και θα κανείς δεν θα με νικάει στις ρακέτες. Κανείς δεν θα ξυπνήσει ξανά παρά τη θέληση του. Και όλοι μα όλοι μα όλοι θα είμαστε τόσο ίσοι και τόσο δίκαιοι... που πλέον πιστεύω ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει καεί στον εγκεφαλό μου, τέλος ποστ.
.
.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Κανείς δεν μπορεί να ζήσει μόνο ένα.


Μιλούσε στο κινητό και οδηγούσε. Είχε κίνηση. Σε δύο ώρες έπρεπε να είναι έτοιμη. Στις 9 στο Κολωνάκι. Πάρκαρε και βγήκε απο το αμάξι. Τι περίεργο, ακόμα δεν είχε βραδιάσει και μύριζαν οι νερατζιές που ξεδιάντροπα ανοίγαν τα λουλούδια τους. Μπήκε στο σπίτι τρέχοντας σχεδόν. Άναψε το θερμοσίφωνα και χώθηκε στη ντουλάπα. Έβγαλε το μαύρο τεράστιο κουτί. Το τρίτο στη σειρά που καρτερικά περίμενε να ανοιχτεί. Ένα φόρεμα μακρύ, απο φίνο μετάξι, όλο χρώματα. Θα κάλυπτε ακόμα και τους αστραγάλους τις. Έκλεισε την κουρτίνα της μπανιέρας και άνοιξε όλα τα αφρόλουτρα. Τη μανόλια τελικά, τόσο καινούριο, όσο κι εκείνη. Έφερνε βόλτες το σφουγγάρι άπειρες φορές, γελούσε, έκανε σχέδια με τις σαπουνάδες στα μαλλιά της, τραγουδούσε. Βγήκε με το μπουρνούζι και διάλεξε ένα ωραίο κόκκινο για τα νύχια της. Είχε καλό προαίσθημα για αυτόν τον άντρα. Είχε λαμπερό πρόσωπο. Και αυτό τον έκανε ακαταμάχητο για εκείνη. Στέγνωσε τα μαλλιά της και τα χάζεψε καθώς γυάλιζαν στο φως του μπάνιου. Πυκνές μπούκλες χύνονταν στους ώμους. Το μετάξι του φορέματος λύτρωσε το κορμί της μόλις ακούμπησαν. Ήταν απο αυτές τις στιγμές των γυναικών που κοιτάζονται στον καθρέφτη και καμαρώνουν. Και δίνουν μία δυνατή κλοτσιά στο πεσμένο ηθικό τους. Έβαλε τα τακούνια της. Απο μαλακό δέρμα. Η ώρα περνούσε και σε εκείνο το σπίτι σήμερα υπήρχε ανυπομονησία και τροφή για τα μάτια μα και για ντελικάτες μύτες. Τραβούσε γραμμές στο πρόσωπο της, έπαιζε με τα κόκκινα και τα πράσινα. Το αποτέλεσμα της άρεσε. Πήρε την τσάντα της, μπήκε στο αμάξι και έφυγε.
Σε ένα άλλο σπίτι ακουγόταν αυτό, μαζί με τηλεόραση. Απο το μπάνιο έβγαιναν ατμοί και με τα βίας έβλεπες ότι κάποιος υπήρχε εκεί και μάλιστα ξυριζόταν. Ένα κινητό χτύπησε μα αγνοήθηκε επιδεικτικά. Ο όμορφος άντρας σήμερα θα έβγαινε ραντεβού με το όμορφο κορίτσι. Έβαλε κάλτσες, λευκό πουκάμισο με μανικετόκουμπα, το γκρι κουστούμι και μαύρα παπούτσια. Ένα ''φτου σου γαμπρέ'' ακούστηκε όταν προσπέρασε τον καθρέφτη του σαλονιού. Αυτό το κουστούμι τελικά απόψε, ναι, σε ένα μόνο βράδυ θα τα βγάλει τα λεφτά του. Είχε κουρευτεί νωρίτερα και είχε κάνει κράτηση στο πιό ωραίο και ήσυχο εστιατόριο της πόλης. Άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου και έψαχνε μία ωραία μουσική. Έπεσε σε αυτό και αφέθηκε. Ξεχύθηκε στους δρόμους σημειώνοντας στο κεφάλι του ''να πάρω τσιγάρα''.
Έφτασε πρώτος ευτυχώς. Τσέκαρε για μία ακόμη φορά ότι είχε χαμηλώσει το τηλέφωνο του και ότι είχε αρκετά χρήματα μαζί του. Σε πέντε λεπτά φάνηκε στο χώρο εκείνη. Τον είδε και πλησίασε χαμογελώντας. Αισθανόταν λίγο αμήχανα με όλη αυτή την επισημότητα αλλά το απολάμβανε κιόλας. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο σε ένα μικρό τραπέζι. Τα πόδια τους ακουμπούσαν καμιά φορά και αμέσως τραβιόντουσαν πίσω ενώ απο το στόμα ξέφευγε ένα συγνώμη και ένα χαριτωμένο γελάκι. Μιλούσαν για όλα, για τις δουλειές τους, για τα ταξίδια, για αναποδιές, για τυχερά, για τα σπίτια τους, για ταινίες, για μουσικές. Μετά απο τρεις ώρες, ο άντρας κάλεσε τον σερβιτόρο και κανόνισε το λογαριασμό μην αφήνοντας περιθώρια σε εκείνη να συμμετέχει σε αυτό. Περπάτησαν δίπλα δίπλα και βγήκαν απο το εστιατόριο. Τα ανθισμένα εσπεριδοειδή υπήρχαν και εκεί. Και μάλιστα ήταν μεθυστική η μυρωδιά μετά το κρασί που κυλούσε στο αίμα τους.
Προσφέρθηκε να τη συνοδέψει μέχρι το σπίτι της μα εκείνη είχε έρθει με το δικό της αυτοκίνητο. Τη ρώτησε αν ήθελε να πιούν ένα ποτό για καληνύχτα. Εκείνη γέλασε και του είπε ότι με το αλκοόλ έχει κλείσει για απόψε. Λίγο πριν φτάσουν στο αυτοκίνητο της την έπιασε απο τη μέση, τη γύρισε πρόσωπο με πρόσωπο και τη φίλησε. Μάρτυρας ένα σκουπιδιάρικο και μία τρομαγμένη γάτα που έτρεχε και ξαφνικά σταμάτησε. Αυτό ήταν σίγουρα πρώτο φιλί, η γάτα δεν είχε αμφιβόλία. Κοίταξε συνομωτικά τον σκουπιδιάρη και κουνώντας την ουρά της έφυγε. Κάπου πιό πάνω νιαούρισε παρακλητικά και ίσως κάποιος χοντρός χρωματιστός γάτος να ξύπναγε απο τα κεραμίδια του και μαγεμένος απο αυτό το τραγούδι να έκανε άλματα απο στέγη σε στέγη, ξεκινώντας ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο των διπλών πραγμάτων.