Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009


Τα δέντρα καίγονται. Δεν τα ακούει κανείς να κλαίνε. Ένα εμβόλιο θα αντιμετωπίσει έναν ιό. Ακάλυπτες επιταγές. Παιδεία γεμάτη αίμα και αθώοι σε κελιά. Θρησκευτικά πρώτη ώρα. Ιστορία δεύτερη. Βία. Τέλη κυκλοφορίας, πονοκέφαλος. Ερώτηση υπολοίπου, πριν απο το κόμμα ένα ψηφίο. Ντοκιμαντέρ, Κούβα των γοητευτικών ηρώων μου. Αφεντικά παντός είδους και εργατοπατέρες. Πληθωρισμός. Ονειρεύομαι αριθμούς, τους κάνω στόχους και πρότυπα. Δεν τα καταφέρνω, χάνω χρόνο. Ανηφόρα, κατηφόρα, πριν το τέλος στροφη. Ταλέντα ανεκμετάλλευτα, θαμμένα σε σκοτεινά δωμάτια. Βιβλία αδιάβαστα για χρόνια. Προφητείες πληρωμένες. Επιτέλους βροχή.

Βγάζεις τα Playmobil σου απο το πατάρι, στήνω το κάστρο μου. Θα παίζουμε όλη νύχτα κλέφτες και αστυνόμους. Και όταν ξημερώσει η μπάλα θα είναι στο τέρμα. Το Scrabble θα μας πει το όνομα του τόπου που επιτρέπεται να ζούμε και η πόρτα θα είναι κιόλας ανοιχτή.
.
(10 χρόνια σκέφτομαι ότι η ευτυχία είναι γερή όταν έχει φτιαχτεί με τα πιό φτηνά υλικά)
.
.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

.

Και είναι η ώρα που τα αγρίμια
Σταματούν πιά να θρηνούν
Και τα κάγκελα αρχίζουν να μασάνε.
Kαι είναι η ώρα που οι φωνές μας
μες στους μύες αντηχούν
Και τα όχι τους με μένος προσπερνάνε.
.
.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

.
.

Τα κλότσησα όλα. Και τώρα επιστρέφουν. Σχηματίζονται στο τραπεζομάντηλο τα μεσημέρια. Ανοίγουν τις ντουλάπες και μου πετάνε όλα τα ρούχα έξω. Μου κλείνουν το κινητό. Με κοροιδεύουν απο το τζάμι της τηλεόρασης. Υπάρχουν στοιβαγμένα στη χρονιά του θρήνου. Γεννήθηκαν μεσάνυχτα απο δύο σύννεφα που πάντα βρέχουν τις σελίδες μου. Τα έκρυβα στη μέσα θήκη της τσάντας, σε παλιά κουτιά παπουτσιών, πίσω απο ρήματα και εκφράσεις. Μίλαγα σαν να ήταν πεθαμένα. Ποτέ δεν τα αγάπησα πραγματικά, ποτέ δεν τα άφησα ελεύθερα να τριγυρίσουν πάνω στα γόνατα μου. Κάθε καλοκαίρι μόνο, μία μέρα πριν τις διακοπές τα μνημόνευα. Χαμογελούσα με τα κουφάρια τους και ζωγράφιζα φθινόπωρα στα κουτιά τους. Μικρός διασκεδαστής κάτω απο ετοιμόρροπες γέφυρες. Άνθρωποειδές χωρίς θεμέλια. Διαγράφοντας χορευτικές τροχιές γύρω απο ζωές κρυστάλλινες. Παραβιάζοντας οτιδήποτε γεννιόταν στο κεφάλι μου. Εκδίδοντας αντοχές και ισορροπίες. Αποκυήματα φόβων άνευ πατρώνυμου και αριθμού πρωτοκόλλου. Οι μυστικές μου κρύπτες χαθήκαν αυτό το καλοκαίρι. Πέταξαν στο πάτωμα ένα-ένα όσα ήθελα να είμαι και βρόντηξαν της πόρτα πίσω τους. Μικρά κομμάτια παζλ ανάκατεμένα, χαρτοπόλεμος γύρω μου. Και μία κορνίζα, επιτέλους άδεια, πίσω μου.
.
.
.
.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Πόλη.

.
.
Μέρες τώρα φλερτάρω ξανά με το μπλογκ μου. Το κοιτάω λίγο, διαβάζω τα προηγούμενα, μπαίνω στους φίλους μου, διαβάζω λίγο, το κλείνω. Θέλω να γράψω για την καρδιά που γεμίζει, για τις όμορφες μπλε θάλασσες, για το φθινόπωρο που μου λείπει, για τη δουλειά που δεν θέλω να ξαναπάω, για την βάρκα που αρμενίζει κάθε βράδυ μέσα στο κεφάλι μου, για τα θερινά σινεμά και τις γρανίτες, για τα σανδάλια μου που έλιωσαν, για σένα.
Μα και πάλι όλα τα έχω πει και νιώθω ότι αυτό το καλοκαίρι ήταν το καλύτερο μου. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο. Δεν μπορώ καν να τα χωρέσω σε ένα κείμενο. Να τα πετσοκόψω σε λέξεις. Είναι η ζωή μου που αλλάζει κάθε λεπτό. Είναι η πόλη που κάθε βράδυ μου ανήκει.
.
.