
Πας στοίχημα ότι από μένα θα κλάψεις?
Θα τυλίξεις τις παλάμες σου γύρω από τα βλέφαρα και θα στάξεις όση ψυχή πιστεύω ότι έχεις. Θα φοβηθείς. Θα τρέμεις στην ύπαρξη μου, τα βράδια στο δωμάτιο. Θα σου σπάω μία μία τις αναμνήσεις και θα βγάζω τα ρούχα μου. Μετά θα τα κάνω κουρέλια και θα στα πετάω στη μούρη. Να κλαις κι άλλο. Η μουσική ποτέ δε σταματάει και εγώ θα σκοτώσω και το χρόνο.
Δεν σε θυμάμαι ρε. Μόνο τα γυαλιά σου έχω ακόμα σε ένα ντουλάπι. Για τα γαμημένα μάτια. Αυτά που ξέρουν το πώς, για τα πάντα. Αυτά θα σκοτώσω. Τα πως. Για να μην ξέρεις τι να κάνεις. Να μάθεις πως είναι να μην υπάρχει τρόπος. Να σε αποκλείσω από τις μάταιες ελπίδες σου.
Θα σου δέσω και τα χέρια και θα μείνεις με κάτι ξεδιάντροπα δάκρυα να σου γαργαλάνε βασανιστικά το θώρακα.
Και κάποτε θα γίνεις άσχημος και μισητός.
Μετά θα λέω πως είσαι καλά και μου στέλνεις χαιρετίσματα. Ο τηλεφωνητής πάντα θα αναβοσβήνει το φωτάκι του για να έχω πάντα ένα φωνητικό μήνυμα. Θα μου λες ότι με αγαπάς και θα με σκοτώσεις. Μόνο που εγώ θα έχω προλάβει. Πρώτη. Να σε φάω πισώπλατα και να κρεμάσω το σεντόνι στο μπαλκόνι.
Κλάψε τώρα. Κλάψε να σε ακούσουν όλοι.
Δεν έγινε και τίποτα.


