
Κάθεται μόνος σε ένα δρύινο γραφείο 16 ώρες τη μέρα. Στρώνει τη γραβάτα του. Πίνει 5 καφέδες και τρώει ελάχιστα. Μου είπε ότι η κρίση είναι εδώ. Του είπα να χαλαρώσει. Μίλησε στο κινητό 3 φορές. Δεν βγαίνει αλλιώς, με κοίταξε απολογητικά. '' Χαλάρωσε βρε ''. Η Αμερική τον πρόδωσε και τώρα κάθεται εδώ. '' Συμβαίνουν αυτά '' τον καθησύχασα. Έχουν ασπρίσει τα μαλλιά του. Λυπάμαι. Ξέρω ότι ήθελε να γίνει γιατρός χωρίς σύνορα. Δεν τον άφησαν. Ξέρω ότι είναι καλός σαξοφωνίστας. Ούτε αυτό τον άφησαν. Ξέρω ότι είναι καλός άνθρωπος. Μα ούτε για αυτό υπάρχουν περιθώρια. Κρύβεται πίσω απο έναν ατσαλάκωτο γιακά και δίνει εντολές, δήθεν αυστηρός. Του μίλησα για ένα ωραίο βιβλίο, του είπα ότι είμαι ερωτευμένη. Γέλασε χαζά. Του είπα ότι συμβαίνει ακόμα αυτό στους ανθρώπους. Ξαναγέλασε. Ξέρω πόσο θα ήθελε να ήταν στη θέση μου. Ξέρω πόσο θα ήθελα να κάνω κάτι για αυτό, να αρχίσει να ζει. Του πρότεινα να αρχίσει να μιλάει με το ρήμα ''αισθάνομαι'' και όχι με το ''πρέπει'' και το ''απαιτώ''. Μου μίλησε για λεφτά, μπόνους, επιχειρηματικά σχέδια. Του είπα να πάει να γαμηθεί γελώντας. '' Και δεν πάω ξανά στην Αμερική'' δήλωσε κατηγορηματικά. Ήθελα να του φτιάξω το κέφι. Αντί για αυτό του έφτιαξα ένα καραβάκι με το μιλιμετρέ χαρτί που είχε μπροστά του. '' Αυτή είναι η λύση ''. Σκάσε και κολύμπα? με ρώτησε. Όχι ρε χαζέ, όπου σε πάει... Κρατήσου γερά απο το κατάρτι και χαλάρωσε. Η τύχη δεν είναι στα χέρια σου. Τα όνειρα των γονιών σου μάλλον δεν θα πραγματοποιηθούν απο ότι φαίνεται, οπότε γιατί δεν βγάζεις αυτή τη θηλιά απο το λαιμό σου να πας για κανένα ποτό? Δεν τον έπεισα. Ποτέ στα 6 χρόνια δεν τον έπεισα για τίποτα. Αλλά τι σημασία έχει. Εκ των υστέρων παραδεχόταν ότι κάποιες φορές έκανε λάθος. Δεν ήταν εγωιστής. Νόμιζε ότι δούλευε πάντα για το καλό όλων. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν σκέφτηκα ότι πάντα όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο η φωνή του έβγαινε με δυσκολία. Μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να κάνει κι ότι έτσι δεν μπορούσε να ζήσει. Με συμβούλευε να είμαι πάντα εγώ, η ίδια, όπως με ξέρει και να σηκώνω πάντα το τηλέφωνο βρίζοντας τον. Γελούσε με αυτό. Τον παρατήρησα πολύ ώρα. Θλιμμένες κινήσεις. Μύριζε απόγνωση. Ήταν ένα λαμπραντόρ δεμένο με βαριά αλυσίδα σε ένα κλουβί όσο το μέγεθος του. Δυστυχισμένος μα δεν διαμαρτυρόταν. Πιστός σε αυτό που ξεκίνησε και ας τον προδίδει κάθε μέρα.
Φεύγοντας μου είπε ότι την προηγούμενη μέρα έφαγε τσίζκέικ απο ένα ζαχαροπλαστείο.
Και πως ήταν? τον ρώτησα.
'' Για τσιμέντο, ικανοποιητικό. ''
Χαμογέλασα. Μου έκλεισε το μάτι. Έφυγα.
.
.
----Editors - The racing rats----

