Σήμερα ήταν σαν να μην είχε κοιμηθεί. Μόνο μία ώρα και αυτή ήταν σαν αγρίμι. Στριφογύρναγε στο κρεββάτι, έψαχνε τη μυρωδιά, ακουμπούσε ήσυχα στο λαιμό του μην τον ξυπνήσει. Καμιά φορά την έβρισκε. Στο στομάχι της χόρευαν όλα τα κίτρινα νερά που είχαν ξεδιψάσει όλα αυτά που δεν έπρεπε να πει. Θα ήθελε να πάει πίσω κάποια χρόνια και να καθαρίσει μιά για πάντα όλα τα αγγίγματα, φλερτ, αγάπες, χωρισμούς. Ήθελε να τα μάθει όλα ξανά. Σαν να μην τα είχε κάνει ποτέ. Να ανακαλύψουν τον κόσμο σαν νεογέννητα συναισθηματικά καθάρματα*.
.
Ξύπνησε ιδρωμένη και άρχισε να μετράει τα βήματα της μέχρι την κουζίνα. Δεν θα τα κατάφερνε σήμερα, το ήξερε. Έτρεμαν τα πόδια της και το κεφάλι της έκαιγε. Έβαλε γάλα και χάζεψε τη θέα απο το παράθυρο της κουζίνας. Βούρτσισε επιμελώς τα δόντια της και φόρεσε ρούχα. Τον ένιωθε ακόμα σαν να ήταν μέσα της. Σαν να τον είχε κλειδώσει. Άκουσε το σώμα του να τρίβεται στα σεντόνια και χαμογέλασε.
.
Του ψιθύρισε μιά καλημέρα και ένιωσε όλη την αδικία του κόσμου που δεν μπορούσε να μείνει μαζί του στο κρεββάτι μέχρι αργά το απόγευμα. Σκέφτηκε να του αφήσει άλλο ένα σημείωμα στον καθρέφτη μα χρόνος δεν υπήρχε. Ίσως μετά να ξέχασε αυτό το δίστιχο που ήθελε να του γράψει.
.
Ίσως κάποτε να το ξαναθυμόταν. Κάποια άλλη φορά που θα κρεμόταν απο πάνω του σα γκρινιάρικο μωρό για να μην πάει στη δουλειά.
.
.
.
.
* Ευχαριστώ πολύ Χνούδι για τις λέξεις αυτές.



