Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Θέλω να πάω στην Ιταλία. Να βάλω τα κόκκινα παπούτσια μου, να κρατάω μία κίτρινη ομπρέλα και να περπατάω στα πλακόστρωτα, να χαζεύω τα μπαλκόνια και τα λουλούδια να ναι πάντα ανθισμένα. Να διαβάζω Baricco, να ακούω Jovanotti, να τραγουδάω την ώρα που θα απλώνω τα ρούχα στο δρόμο, να τρώω παγωτό όλο το χρόνο, να μαγειρεύω τα πιό τέλεια μακαρόνια, να λέω ναι σε όλα, να πίνω δέκα καφέδες τη μέρα, να αγαπώ τις μέρες μου, να ρομαντζάρω όταν έχει πανσέληνο, να ζω στο καφέ στο γκρί και στο μπλέ της Μεσογείου, να χαιρετάω τον φούρναρη, να τρώω με κεριά, να χάνομαι στους αμπελώνες, να μιλάω κουνώντας τα χέρια μου, να βρίζω χαριτωμένα, να γίνω μελαχρινή, να κάνω έρωτα σε ένα σκοτεινό στενό κάτω απο μία μπουκαμβίλια, να γιορτάζω τα γενέθλια μου στην ταράτσα, να πίνω Peroni, να καβαλάω το ποδήλατο μου, χωρίς λόγο, να ταξιδεύω.
.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Το τίποτα σημαντικό. Μέρες τώρα προσπαθώ να το ερμηνεύσω και να το κάνω όμορφο. Είναι που όταν κάτι ματώνει μέσα μου μετά απο λίγο το συνηθίζω και το ονομάζω ''τίποτα σημαντικό''. Μέχρι που δειλά δειλά αρχίζω και του κολλάω λέξεις. Για να το εξηγήσω πρώτα σε σένα. Να με μάθεις. Να μάθεις να με αγαπάς. Αν θες. Αν δε θες δεν με πειράζει. Πρώτο ψέμα.

Είναι φορές που προσπαθώ να κάνω ότι δεν το βλέπω. Ότι δεν πονάει. Ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν είμαι εγώ, ότι δεν είσαι εσύ, ότι δεν είμαστε εμείς αυτοί που παλεύουμε με τεράστιους κυνόδοντες και θανατηφόρες λαβές. Είναι φορές που μου σβήνεις το φως. Και έτσι δεν μπορώ να σε βρω. Σε ψάχνω στο καλοκαίρι. Στον Ιούνιο, γυρνάω πίσω στο μπαρ και αναζητώ εκείνο το χαμόγελο. Και το παίζω το έργο ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να νυστάξω και να κοιμηθώ. Και να μη γράψω. Ούτε να μιλήσω.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Φτιάχνω κολάζ. Τα μαλλιά σου, τα σκουλαρίκια σου, τα τσιγάρα, τα σουπλά, ο Θέμης, το Λονδίνο, οι Atreyu, τα δάχτυλα σου, οι αστράγαλοι σου, το γκρι σεντόνι, το μπουφάν σου, ο δανεικός αναπτήρας, η Kaiser, ο βορράς, οι πίθηκοι, τα κιτρινόμαυρα, η μέσα μεριά του κρεββατιού, η κολώνια στο μπάνιο, τα τεράστια παπούτσια, τα απλωμένα μαύρα σου, τα παρακάλια για φακές, όλα τα σ'αγαπώ.
Οι φωνές, το χέρι σου να ανεβοκατεβαίνει, η φλέβα στο μέτωπο, τα μάτια πιό μαύρα απο ποτέ, ο πόλεμος, οι πόρτες να ανοιγοκλείνουν, απειλές και επανάληψη και νεύρα.
Το Jack Daniels, ο μέτριος προς γλυκός καφές, το μίξερ που κάποτε θα μου πάρεις, τα 160 χλμ στην Άττικη οδό, το μινάκι μας το όμορφο, το τρανταχτό γέλιο, το πάρτυ και οι απόκριες, τα σοκολατένια λουλούδια, ο Στάθης, οι ανασφάλειες σου, η αγάπη μου όλη, οι μαλακίες σου, και οι δικές μου। Το κινητό σου ότι ώρα να ναι. Το ποδόσφαιρο και οι κιμαδόπιτες। Το γάλα μου. Οι μέρες που ήθελα να ορμήξω στο κρεβάτι να σε σκοτώσω. Οι μέρες που ήθελα να ορμήξω στο κρεβάτι και να σε ρουφήξω. Τα πρωινά που κοιμάσαι παραπάνω απο μένα. Οι απειλές σου. Οι φόβοι μου. Το call of duty. Οι θέσεις αντιπάλων και οι θέσεις εραστών. Τα ερωτηματικά. Τα ίσως, τα μπορεί και οι μεθυσμένες δηλώσεις. Το αγανακτισμένο σου ύφος και το ειρωνικό δικό μου. Και πόλεμος ξανά. Και αίμα να βράζει και ''όχι βία στα γήπεδα'' και αλλαγή δωματίων και μαζί πάλι θα κοιμηθούμε, και καμιά φορά τρέμω και φοβάμαι και εσύ το ίδιο μα ποτέ δε το λες, εγώ το γράφω. Και αγαπώ τη μουσική σου και τα στραβά σου δάχτυλα και τις πατούσες σου και τα μούσια σου και τα αστεία σου και τα γυαλιά σου που και αυτά στραβά είναι.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

πρεμιέρα

.
.
.
.
.
Πολλά υποσχόμενο τρέηλερ.
Αδιάφορη ταινία.
Απογοήτευση και ποπ κορν στα σκουπίδια.
Και κάποτε άδειασε όλη η αίθουσα.
Και εσύ παραδέχτηκες ότι ο πρωταγωνιστής σου άρεσε.
Ίσως σε άλλη ταινία, ψαράκι μου.
Και βγήκες να ανάψεις τσιγάρο.
.
.
.
.
.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Ζωή Αφιερωμένη **

Καμιά φορά πίστευε ότι είχε κολλήσει σε μία πτήση που είχε καθυστερήσει 2 χρόνια. Έβλεπε στον ύπνο της αεροδρόμια γεμάτα, με ανθρώπους να κοιμούνται στο πάτωμα, βυθισμένοι στο σκοτάδι τους. Δεν ήξεραν που πάνε μα ούτε κι αν τους περίμενε κανείς. Που και που πλησίαζε έναν-δύο και τους χάιδευε το κεφάλι. Ανασηκώνονταν, τους έδινε γάλα ζεστό και τους ρωτούσε για την πτήση 9856. Αν άκουσαν κάτι, αν είδαν. Οι υπάλληλοι του αεροδρομίου την ήξεραν, μα είχαν παραιτηθεί απο την προσπάθεια να την συνεφέρουν. Όταν έδυε ο ήλιος καθόταν με ένα ποτήρι τσάι και χάζευε τα μεταλλικά πουλιά που απογειώνονταν. Είχε μάθει τους χρόνους, τις ταχύτητες, παρατηρούσε τις ρόδες που μαζεύονται και μέτραγε ως το δέκα. Πάντα μέτραγε ως το δέκα. Δεν ήξερε να σου πει γιατί. Φορούσε το κόκκινο κραγιόν της και εκείνες της γόβες της Σταχτοπούτας. Να τη βρει όπως την είχε αφήσει. Κάθε μέρα αγόραζε ένα λευκό τριαντάφυλλο να του χαρίσει όταν θα έφτανε και κάθε βράδυ το χάριζε σε κάποιο παιδάκι που θα την κοίταζε περίεργα.
Σε κάθε αναγγελία πτήσης απο εκείνη τη χώρα έστρωνε τη φούστα της. Μάλλινη, πράσινη, φόραγε λίγη κολώνια και έπλενε τα χέρια της. Πάντα έπλενε τα χέρια της πριν τον ακουμπήσει. Να είναι όσο πιό καθαρή και όμορφη γινόταν αντικρύζοντας την ιερότητα του. Καμιά φορά στον ύπνο της ερχόταν και της έκανε έρωτα όπως τότε που ήταν νέοι. Έβλεπε τα καθαρά χέρια της χωρίς καμία φλέβα, με το δέρμα λείο και τσιτωμένο να ακουμπάει το μέτωπο του, να το περνάει μέσα απο τα μαλλιά του και το πρωί ξυπνούσε χαμογελαστή. Το ζούσε ακόμα, το θυμόταν. Τίποτα δεν μπορούσε να της πάρει αυτή την ανάμνηση, τα χέρια της πάνω του.
Έβρισκε ένα καθρέφτη και χτένιζε τα μαλλιά της. Γνώριζε όλες τις καθαρίστριες, μιά που τόσα χρόνια προτιμούσε να μιλάει σε αυτές τις συμπαθητικές κυρίες παρά στις σκύλες των αεροπορικών εταιριών που την κοιτούσαν περιφρονητικά. Τις συγχωρούσε όλες. Σε κανέναν δεν κρατούσε κακία. Μόνο σε αυτούς που κατά καιρούς υποστήριξαν ότι ''δεν θα έρθει ξανά, ξέχασε τον''.
Η κόρη της ερχόταν που και που να τη δει. Είχε παραιτηθεί και αυτή απο κάθε προσπάθεια να την πάρει σπίτι. Η κόρη της, που τόσο έμοιαζε στον άντρα της. Με τα ξανθά μαλλιά της και την ελίτσα στο λαιμό. Ήταν το πρώτο πράγμα που είδε όταν την έβγαλε απο τα σπλάχνα της. Τον αγάπησε τον άντρα της. Μα τον έδιωξε. Δεν μπορούσε να συγκριθεί. Και εκείνη ήταν πάνω απο όλα γυναίκα. Γυναίκα που της έταξαν επιστροφή. Δεν ήταν νοικοκυρά, δεν ήταν σύζυγος. Κάποιοι την πίεσαν να τον παντρευτεί τότε.''Έχει δουλειά και όρεξη'' της έλεγαν. Της χάρισε ένα παιδί που δεν θα έπαυε ποτέ να είναι το μεγαλύτερο δώρο. Καμιά φορά που κοιτούσε τον ουρανό ευχόταν να είναι καλά όπου και να είναι και κάποτε μέσα του να τη συγχωρούσε.
Έπαιρνε τα χάπια της πίεσης και άφηνε τα μαλλιά της λευκά. Έτσι ανεπιτήδευτη του άρεσε τότε. Δεν την άφηνε να βάλει ούτε λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα. Του άρεσε χλωμή, αγουροξυπνημένη. Να την ακουμπάει απαλά στην αγκαλιά του και να της κάνει έρωτα ξανά και ξανά μέχρι να την κουράσει και να την νανουρίσει. Φιλούσε την κοιλιά της και το εικοσάχρονο στήθος της. Έτσι ζούσε. Ζούσε για να τη φιλάει.
Ένα πρωί μόνο ξύπνησε με ένα σημείωμα στον καθρέφτη του μπάνιου. Με τον προορισμό του, το λόγο, και την επιστροφή. Αυτή που της υποσχέθηκε. Αυτή που σκεφτόταν 40 χρόνια μετά. Αυτή που σκεφτόταν διαρκώς για 40 χρόνια. Η επιστροφή. Θα ήταν και η τελευταία λέξη που θα άκουγε ένας νεαρός Ινδός που θα τύχαινε να καθεται δίπλα της στις καρέκλες των αφίξεων καθώς θα ένιωθε ότι η τελευταία εκπνοή θα ήταν η επόμενη. Του χαμογέλασε και του κράτησε το χέρι. Σαν να ζήτησε παρηγοριά για πρώτη φορά και τελευταία. Φεύγοντας. Κουρασμένη. Μόνη.
.
.
.
**Πρώτη δημοσίευση 20/04/10. Το αναδημοσιεύω για την Black.