Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Γκουχ

Θυμάμαι κορίτσια με κόκκινα στόματα. Θυμάμαι γέλια. Θυμάμαι να ντύνομαι και να βάφομαι για τα μάτια του μόνο. Θυμάμαι πολλά. Σε ένα καναπέ που όλα τα κάνει πιό κατανοητά με μπύρα και τσιγάρα τα κορίτσια μιλούν. Οι φίλες. Που κλαίνε και γελούν. Που πάνε καβάλα σε μία ωραία ιδέα άλλοτε δοξασμένη και άλλοτε προδομένη. Μετά δρόμος. Άσφαλτος. Το αμάξι θα ήταν σαν ασημένια μπάλα (κοίτα τι θυμήθηκα) μόνο που δεν είναι ασημί. Ωραία διαδρομή πάντα δίπλα στη θάλασσα και οι επαφές στο κινητό ανέπαφες. Ευτυχώς οι αγαπημένες πατιούνται δεκάδες φορές ημερησίως. Ξέχασα να πω στη φιλενάδα μου ότι όταν θα έχω δικό μου σπίτι θα πάρω κι εγώ έναν τέτοιο καναπέ για να μας ακούει και να μας θυμίζει τι ζήσαμε, στα γεράματα όταν εμείς πιά θα είμαστε ξεδοντιασμένες και με μυαλό ζελέ. Τώρα όμως είναι κάθε μέρα δύσκολα. Και περίεργα. Και μαλακισμένα. Και καταθλιπτικά. Και ακατάληπτα. Θυμάσαι τη Σάρα Κέην? Ε, καμία σχέση. Άκουσα και μία ενδιαφέρουσα άποψη: κάτι μας βάζουν στο νερό. Ναι κυρίες και κύριοι. Το νεοαμερικανικό σινεμά μπήκε πάλι στη ζωή μας να καταστρέψει και την τρέχουσα γενιά. Παρακολουθώ τα ντούντλς του γκούγκλ και σε συμβουλεύω να ρίξεις μία ματιά στο σημερινό.
Θυμάμαι που λες. Ακόμα. Πόσο μου έλειψε το νησί και εκείνη η τεράστια ψαρούκλα που είχα φάει. Εκείνη η ντομάτα και τα μοχίτο. Η πλάτη μου η καμμένη,η φωνή της Μαργαρίτας, η απώλεια αίσθησης κινδύνου, εκείνο το δέντρο μπροστά στο μπαλκόνι. Οι πατούσες μου να πονάνε απο τα βότσαλα. Μα αυτό το νησί εμένα δεν με αγαπά και όλο με διώχνει. Μου το λέει και η μαμά μου κατά καιρούς. Εγώ θα το αγαπώ όμως και ίσως κάποια στιγμή με αφήσει να μείνω πάνω του σαν ξεδοντιασμένη γιαγιά. Άλλωστε τότε δεν θα θυμάμαι καμία πόλη. Θα κρατήσω όλες τις φωτογραφίες όμως σου το υπόσχομαι και θα τις δείχνω.
Λυπάμαι που θα ξεχάσω ποιά βιβλία έχω διαβάσει. Λυπάμαι που δεν θα ξέρω ποιός είναι ο αγαπημένος μου ποιητής. Λυπάμαι που όλα θα είναι διάφανα. Θα ήθελα να θυμάμαι για πάντα. Τα πάντα. Μα χρυσόψαρο είμαι καθώς ξέρεις, και φαντάσου τι πιθανότητες έχω εγώ και γέλα. Τουλάχιστον θα έχω μύτη και θα σε βρίσκω όταν θα χάνεσαι.
.
.
Πάνω απο είκοσι λεπτά στο μπλόγκ. Τελεία. Ίσως αύριο πάλι. Ίσως όχι.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

.
.

.

Ο άνθρωπος σου σε αυτό τον κόσμο,

θα έχει το κουράγιο,

όταν τερματίζεις να σου φέρνει την αφετηρία σου,


χωρίς να κάνεις βήμα...

.

.

.

.


.

.

.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Step in.

Εγώ και οι λέξεις. Απο στόματος πιά πιό εύκολες. Με το πληκτρολόγιο τσακωμένες. Ένα καλοκαίρι γεμάτο μουσική και φασαρία. Με πολλά τσιγάρα, περισσότερα απο πέρυσι, με αμέτρητες μπύρες, με νέα άσχημα και νέα υπέροχα. Με εμένα πάλι εδώ, στο μικροσκόπιο μου. Με το φόβο του λάθους που δεν θα μου συγχωρήσω. Με τα όνειρα μου τα παλαβά και τις ανησυχίες μου. Με τα άσπρα μου και τα μαύρα μου. Με την δυσβάσταχτη χαρά και την δυσβάσταχτη λύπη. Με μία γκάμα ''θέλω'', μα με μετρημένα στα δάχτυλα ''μπορώ''. Με μία ψυχή αναλυμένη στο έπακρο. Χωρίς κανένα μυστήριο πιά να με ακολουθεί δεμένο στα τακούνια. Με δηλωμένη αγάπη σε ένα όνομα. Χωρίς σανίδες σωτηρίας και χωρίς plan B. Παρατηρώ τις προτεραιότητες μου να αλλάζουν. Παρατηρώ τη ζωή να μικραίνει. Επειδή τη ζω. Όπως μπορώ. Με το γκάζι και το φρένο σε καλή αναλογία. Αφού είμαι ακόμα εδώ...
Το καλοκαίρι πάει. Στο καλό. Μου άφησε ερωτηματικά. Μα θα έρθει το επόμενο να μου φέρει απαντήσεις. Στο διάστημα που μεσολαβεί θα μπαίνω σε αεροπλάνα, θα κρυώνω, θα καπνίζω και θα τρώω γλυκά. Αν μου κάνεις παρέα.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Ψίθυροι

Ξαναζώ τον υπέροχο Δημήτρη στην Εποχή των καφέδων και γίνομαι η Αύρα του. Η Λευκάδα μας άφησε καιρό τώρα μόνους, να αλυχτάμε τα βράδια σε διαφορετικές πόλεις. Μακριά ναι. Κάθε απόγευμα κοιμάμαι όλο και πιο βαθιά και ονειρεύομαι ανθρώπους που φύγαν. ''Ας είναι καλά εκεί που είναι'' είπα σήμερα και πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου να μου πει ''Δεν είναι τίποτα'' και να το κλείσω με την ψευδαίσθηση ότι θα το αγνοήσω. Καμιά φορά έρχεται ένα συναίσθημα και με πετσοκόβει. Ένα από αυτά που μου χαλούν τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Το σκέφτομαι λίγο. Μετά το ξεχνώ και αφοσιώνομαι στο βαρετό καλοκαίρι. Απο τα κίτρινα των τελευταίων δέκα χρόνων. Έχω νέους γείτονες που πιστεύουν το ίδιο και αυτό είναι παρηγοριά. Πίνουμε παρέα μπύρες και τρώμε παγωτά. Και έτσι η γειτονιά είναι καλύτερη. Έχει πάλι ανθρώπους που μιλούν το βράδυ, έχει κουφόβραση και γυαλιστερά πρόσωπα, έχει γκρίνια και βαρεμάρα, έχει νέα και άσχημα, έχει απογοήτευση. Αλλά έχει παρέα. Ο φόβος πάντα θέλει παρέα.
Άλλες φορές χάνομαι με ένα ποτήρι καφέ, τη νύχτα, σε σκέψεις μαθηματικές. Συμβαίνουν αλυσιδωτές αντιδράσεις που με ταλαιπωρούν 3-4 ώρες στο πεζούλι της εξώπορτας. Δεν ξέρω αν είναι η ηλικία των υπαρξιακών ερωτημάτων ή αν λόγω εξωγενών παραγόντων γεννώνται. Πολλές φορές φοβάμαι τον εαυτό μου. Μην δώσω καμία απάντηση και καταλάβω κάτι που δεν πρέπει. Και χάσω το μυστήριο και τη ''φάση''. Ξύνω το βερνίκι απο τα νύχια και ξεπλένω το μαγιώ. Προσπαθώ να είμαι πάντα η ίδια και να μην φτιάχνω περίτεχνες συνταγές. Προσπαθώ να είμαι ουδέτερη και άνοστη. Σε ένα σπίτι μικρό, φωτεινό και όμορφο που έχω βάλει στόχο.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

KItchen tales

10:42. Ξύνω το βερνίκι απο τα νύχια μου. Πίνω καφέ. Καπνίζω. Τρία στη σειρά. Το τασάκι έχει και ένα λεπτό γυναικείο τσιγάρο. Σβήστηκε γρήγορα και πρόχειρα πρίν μία ώρα, πηγαίνοντας να ανάψει άλλο καινούριο, σε καινούριο χώρο χαρούμενο, κάπου κοντά στη θάλασσα της πρότεινα. Ωραίο βράδυ για έρωτες. Για αγάπη και για σώματα δύο. Παρασκευή και ακόμα προλαβαίνεις να πας ταξίδι μαζί του, της είπα. Έκλεισα την πόρτα και γύρισα στην κουζίνα, άναψα άλλο ένα να περιμένω το πλυντήριο να τελειώσει. Τράβηξα μία κλωστή απο το σορτσάκι. Το χέρι μου ξεπρήστηκε μα ακόμα φοβάμαι τα κουνούπια. Που με ποθούν τόσο πολύ τελευταία και τόσο αχόρταγα με γεύονται. Εικόνες κίτρινου καλοκαιριού. Με μία θλίψη ναι, καλά κατάλαβες. Στις 11 θα κλειδώσω την πόρτα. Δύο φορές. Θα δώ καμία σειρά και θα φτιάξω ένα σάντουιτς να φάω. Εκείνη θα μου στείλει μήνυμα να μου πει ότι περνάει φανταστικά και ότι τελικά πήγε εκεί που της είπα. Θα χαμογελάσω, θα της απαντήσω κάτι αλήτικο και ωραίο. Ίσως ακούσω και τα τακούνια της το πρωί που θα έρθει, εμένα σήμερα δεν θα μου κολλήσει ύπνος. Το ξέρω. Δεν θα το προσπαθήσω καν. Δεν θα φοβηθώ μόνη στο σπίτι.


Όρια, τι ωραία λέξη.


Τελείωσε το πλυντήριο. Θα ανοίξω μία μπύρα τώρα.

.

.

.