Τρίτη 28 Μαΐου 2013



Δύο κουβέντες. ''Πυροτέχνημα'' και ''να μη χαθούμε''. Σε αυτό το ''και'' που βρίσκεται ανάμεσα τους, κρύβεται κάτι ωραίο. Κάτι πολύ ωραίο. Πριν από τη λέξη ''πυροτέχνημα'' υπάρχει μία σχετική αδυναμία, χέρια στις τσέπες, περπάτημα με σκυμμένο κεφάλι και κάτι χαζά γελάκια. Ένα συγκαλυμμένο ''περιμένω''. Μετά τη φράση ''να μη χαθούμε'' υπάρχει



δεν υπάρχει.



















Φωτογραφία : EmilYROse-deviantart





Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Δουλεύω σε μία εταιρία και έχω βρει εκεί μία κρυψώνα. Είναι ένα επίπεδο κάτω από τη γη. Δεν έχει καθόλου φυσικό φως και ούτε καλό εξαερισμό. Όταν λοιπόν νιώθω αυτή την πίεση στα βλέφαρα τρέχω κουτρουβαλώντας τις σκάλες και κάθομαι αγκαλιάζοντας τα γόνατα μου, πάνω σε ένα ψηλό και βρώμικο πάγκο. Μου δίνω δύο λεπτά, να φοβηθώ όσο θέλω, να είμαι όσο δυστυχισμένη μου βγαίνει, να σκεφτώ όλα αυτά τα εφιαλτικά σενάρια. Να παραδοθώ στο δαίμονα.

Έπειτα, ξεσκονίζω το παντελόνι, σκουπίζω τα μάγουλα, και επιστρέφω ξανά ένα επίπεδο πάνω απο τη γη, σαν ''κανονική''. Ή ''σαν'' κανονική. 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Νομίζω ότι δε μου αρέσει ο Blogger πιά. Ήθελα να μείνει όπως ήταν, όπως και τόσα άλλα πράγματα. Ήθελα να σταματήσω το χρόνο τότε που χαιρόμουν με χρωματιστούς μαρκαδόρους, τότε που έκανα ακόμα επαναστάσεις σε κομμάτια χαρτί. Θυμήθηκα και ξαναφόρεσα ένα δαχτυλίδι που είχα αγοράσει στην Άνδρο ένα κάπως στεναχωρημένο καλοκαίρι. Αλλά τώρα το θυμάμαι και χαίρομαι. Είχα μαυρίσει τόσο πολύ, είχα φάει φραγκόσυκα, δεν φοβόμουν. Ούτε τώρα φοβάμαι. Τώρα δεν θέλω. Τώρα έχω αλλάξει. Και μου άρεσα πιό πολύ τότε. Τότε που παρασυρόμουν. Ήμουν πλαστελίνη. Τώρα στέγνωσα και σκλήρυνα. Μα έχω ακόμα εκείνο του νούφαρο στο στομάχι μου. Το νιώθω κάτι ανοιξιάτικα απογεύματα όπως το σημερινό. Ανοίγει ένα πέταλο και ταράζεται η ύπαρξη μου. Χαίρομαι που είναι εκεί. Που δεν ψόφησε με τόσο ''δώσε''. Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου καταιγίδες και λιακάδες να εναλλάσονται αστραπιαία και προσπαθώ να καταλάβω γιατί. Πάω και τα λέω στον κύριο με τα γυαλιά. Εκείνος ξέρει. Πολλές φορές νιώθω ότι ξέρει τα πάντα. Μα δε μου τα λέει. Με αφήνει να σκεφτώ κι άλλο. Να τερματίσω μόνη μου. Να μην το βρω έτοιμο. Μα αυτή είναι η πιό ωραία μου κούραση. Υπήρξαν φορές που ήθελα να πάρει κάποιος άλλος μία πρωτοβουλία, να με πιάσει από το χέρι και να μου πει ''ζήσε, εγώ σε προσέχω'' αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Οι περισσότερες σχέσεις μας είναι παιχνίδια επιβολής και μεταφοράς φορτίων. Και έτσι με προσέχω εγώ, με προγραμματίζω, με ταίζω, μου δίνω αντιπυρετικά και παυσίπονα, με ρωτάω ''τι θέλω να κάνω εγώ για μένα?'', με πάω βόλτα καμιά φορά, μου παίρνω ωραία αφρόλουτρα, με νανουρίζω, μα πιό πολύ προσέχω σε κάθε βήμα να μην σκοντάψω και πέσω. Γιατί φοβάμαι ότι δεν θα μπορώ να σηκωθώ. Και σίγουρα κανένας δεν κατέληξε δρομέας με τέτοιο μυαλό. Αλλά αυτό έχω. Δεν είμαι γεννημένη για μεγάλα επιτεύγματα. Ίσα να με κοντρολάρω, να μου προσφέρω ασφάλεια και άνεση και τον πέτυχα τον στόχο. Μετά σκέφτομαι τα ταξίδια. Αυτά που έχω καταφέρει και αυτά που δεν έχω καταφέρει. Αυτά που θα γίνονταν αν δεν υπήρχαν ''πρέπει''. Γιατί μάλλον η απουσία ''πρέπει'' οδηγεί σε ένα αεροδρόμιο με ένα εισητήριο χωρίς επιστροφή στην κωλότσεπη. Και τίποτα άλλο. Αυτή είναι η ευτυχία μας, να δραπετεύουμε.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013



Μπορεί να πέσω. Αλλά μάλλον θα πετάξω.













* Διάβασα ένα ωραίο βιβλίο. Όχι μυθιστόρημα. Αλήθειες. Διάβασα έναν τρόπο σκέψης. Αυτόν του Paul Arden.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Θάλασσα.
Μαγιώ χρωματιστά. Πισίνα και πάλι θάλασσα. Σεπτέμβρης. Οι τελευταίοι του καλοκαιριού. Με μελαμψό αφαλό και ασημάδευτη. Γιατρειά. Γιατρειά με αγάπη. Διαμαντένιος σταυρός και γύμνια. Γύμνια και ξυπολησιά παντού. Νοικιασμένα αμάξια να βολτάρω στη χαρά μου. Πατάτες τηγανητές με τα χέρια και ψάρια από τον καρπό ως τον ώμο και γέλια. Αρώματα μαζί με καραβίλα. Αγωνίες. Μηνύματα. Η Αριάδνη. Η Καβάλα, το τσίζκέικ, και τα ταξιδιάρικα μωρά. Τα ακριβά μωρά, τα γιαπωνέζικα. Ο Κώστας και ο Τάσος. Ο Αχιλλέας. Ο κόλπος ο απάτητος. Τα κύματα. Ο φόβος. Τα όσα δεν καταλαβαίνω. Τα μαύρα μου φορέματα. Είχα πολλά. Και τακούνια. Και πάρτι.

Ουρανός.
Τα βαμμένα μου μαλλιά, το δίπλωμα, η σχολή. Τα μακαρόνια με κοτόπουλο. Η μία πρωτοχρονιά. Το χιόνι. Το χιόνι που δεν αγαπώ και το χόρτασα. Το άσπρο μου φούτερ. Ακόμα σαν καινούριο. Αγορασμένο από μία ίντερσπορ κάπου. Οι φωτογραφίες που έχασα με ένα delete (αυτή είμαι εγώ, τα χάνω αυτά καταλάθος). Οι μεταξωτές ρόμπες των μεγάλων γυναικών και οι εραστές κατά παραγγελία (τα έβλεπα με αντιπάθεια).

Ροζ.
Το δέρμα, η αγαπημένη μου Ροζίτα που γερνάει αρκετά πιά. Είναι ηλικιωμένη. Είναι γιαγιά. Οι πρώτοι γάμοι που πήγα σε φρέσκο γκαζόν. Η Μύκονος και τα κατερινάκια. Τα τέλη. Το Α1 Πειραιάς - Βούλα. Το μακιγιάζ. Τα γατιά που τάιζα έξω από την πόρτα και τα τσιγάρα στο κεφαλόσκαλο. Οι χαρακτηρισμοί ''λουλούδι'', ''αστέρι'', ''κοριτσάκι'', ''αγάπη'' που είναι πάντα όμορφα μα με μία κτητική αντωνυμία απογειώνονται. Από αυτά που κανείς δεν χορταίνει. Τα καινούρια εσώρουχα, σε αστραφτερές σακούλες. Το κέφι. Για όλα. Για το εδώ, για το εκεί, για το τώρα, για το μετά, για το ότι προκύψει.

Ο παράδεισος και η κόλαση υπήρξαν την ίδια εποχή. Τα ίδια χρόνια. Χωρισμένη σε δύο σύμπαντα. Μέσα από την πόρτα και έξω από αυτή. Έξω από αυτή υπήρχαν πάντα ουρανοί, θάλασσες και ροζ άνθρωποι. Ροζ πουπουλένιοι άνθρωποι. Μέσα από την πόρτα υπήρχε κάτι περίεργο. Κάτι όχι ροζ. Και υπάρχει ακόμα. Και θα υπάρχει για πάντα. Για να νιώθω πάντα παιδί. Έστω και πληγωμένο.



Τραγουδάκι. (όχι δεν είναι λάθος, αυτό ήθελα να βάλω)