
Στο κατάστρωμα να περνούν απο πάνω μου του κόσμου οι λιακάδες, να τις χαιδεύω νοητά, να τις φωνάζω, να με προσπερνούν. Θα σε θυμηθώ ένα βράδυ καθισμένη και θα νιώθω πως πέφτω στους γκρεμούς μπρος μου, πίσω μου, παντού μου. Να τους έχω σκάψει με εκατομμύρια καταστροφικά χέρια και να μου χρωστώ απο τον προηγούμενο αιώνα μία συγνώμη. Να κρατώ ένα σου χαμόγελο σφιχτά στη χούφτα μου και να αχρηστεύω το ένα μου χέρι, να τσούζει, να πονάει, να θέλει να με σκοτώσει. Στη θέση σου να ζούν του κόσμου τα ανεκπλήρωτα όνειρα και να μου ζητούν, να μου ζητούν, να μου ζητούν. Να χορεύω κάθε βράδυ με διαφορετικό και μετά την καληνύχτα να αυτοκτονώ στον τρόπο που χαμηλώνεις το βλέμμα. Θα ζούμε σαν μία σπασμένη κλωστή που θλιβερά θα κρέμονται πιά δύο κομμάτια. Τα ξημερώματα θα σε αγκαλιάζει το μισό άδειο στρώμα και θα σου ψυθιρίζει πως δεν είμαι εκεί. Ο πόνος στο στομάχι μετρά όσα δεν προλάβαμε να πούμε. Οι διάλογοι στο μυαλό μας είναι τελείες ενωμένες. Σχεδόν γραμμή. Ευθεία γραμμή. Ευθεία. Τελική ευθεία. Να γίνουμε ένας κοινός παρατατικός. Σχεδόν αόριστος.
Κρυώνω σήμερα.