
Σαν κυνηγημένη έφυγε, θυμάται ακόμα τον ήχο του τρεχαλητού της στα σκαλιά. Τρένο. Χωρίς φόβο. Ανέπνεε για πρώτη φορά κανονικά μέσα στο τρένο. Έβρεχε ήδη. Τι ωραία... Σαν να ξημέρωνε δύο φορές την ίδια μέρα. Έτσι ήταν. Μόνο έτσι μπόρεσε να το εκφράσει. Δεν είπε τίποτα. Κάτι μισές κουβέντες μόνο. '' Δεν '', '' Μη '' καθώς το χέρι της γινόταν μικρό και γύρευε να μην κρέμεται πιά απο το δικό της ώμο σαν ανούσια ευθεία. Θέλησε να κάνει καμπύλες, να χαιδέψει, να δώσει. Γέμισε τα πνευμόνια της με τρία βρεγμένα τσιγάρα. Τα μοιράστηκε όπως μπορούσε. Ξανά σκαλιά, τα βήματα βουβά, η αναπνοή άναρχη, σε μία πόλη άδεια. Με ματωμένα χείλη έφυγε μα κανείς δε την είδε καθώς τα δάγκωνε με μανία. Να καταπιεί όλα όσα έμειναν. Να μη φύγουν ξανά ποτέ.
.
.

