Κοιμήσου εσύ μωρό μου. Εγώ θα σου πω παραμυθάκια για χρωματιστούς κόσμους και πλούτη πολλά. Για ακριβά αυτοκίνητα, για μοσχαράκι ψητό, για πρώτα τραπέζια στα μπουζούκια, για προαγωγές και αυξήσεις, για γεμάτες τσέπες, για κράτος πρόνοιας, για τα όμορφα γηρατειά που σε περιμένουν, για ταξίδια αναψυχής σε όλο τον κόσμο, για το βιολογικό γάλα που πάντα θα είναι στο ψυγείο, για το λαπτοπ που πάντα θα είναι φορτισμένο, για τα κλιματιστικά που θα σε δροσίζουν, για το πετρέλαιο που θα καίει όλη μέρα στα καλοριφέρ, για τα τσιγάρα που θα μπορείς πάντα να αγοράζεις, για τη γεμάτη ντουλάπα, για τα μανικιούρ και τα κομμωτήρια, για τα γυμναστήρια, και αν έχεις ποτέ πρόβλημα, στον καλύτερο ψυχολόγο να πας, αυτόν με τα 100 ευρώ την ώρα και μετά θα βγαίνεις να πίνεις ποτά με τους φίλους σου απο το κολλέγιο, και θα πηγαίνεις οκτώ ώρες την ημέρα στη δουλειά γιατί θα είσαι αφεντικό. Εσύ μωρό μου είσαι γεννημένο αφεντικό.
Έλα τώρα κοιμήσου, δεν είναι μικρή η κουβέρτα ούτε το κρεββάτι, και αυτό που τρως είναι πολύ θρεπτικό και ας μην σε χορταίνει. Κοιμήσου μωρό μου γιατί η μαμά πρέπει να δουλέψει για να ζεις και αύριο.
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
Αδιόρθωτο τρίο.
Ένα
///Αυτό που έχω εγώ μέσα μου μόνο εσύ το ξέρεις. Εσύ, που κάθεσαι απέναντι μου και πίνεις τη μπύρα σου. Εσύ, που με κοιτάς. Εσύ που μου μιλάς με τη πιο ζεστή φωνή του κόσμου. Εσύ, που μου τραγουδάς στίχους που δεν ξέρω. Εσύ, που έχεις τα πιό παιδικά όνειρα του κόσμου. Εσύ που με κλείνεις εκεί μέσα όταν φοβάμαι. Εσύ, που στέκεσαι αγέρωχος για να ξεσπάσω πάνω σου. Εσύ, που τραβάς τα ζόρια σου μαζί μου. Εσύ, που θέλεις να με πας στο φεγγάρι πάνω σε ένα στρώμα. Εσύ, που ποτέ δεν είσαι εδώ όταν μου λείπεις. Εσύ, που θα με κάνεις να τα διαλύσω όλα με ένα φευγιό. Εσύ, που με τρελαίνεις, γαμώ την άνοιξη μου.///Δύο
///Νεράιδες, αναπτήρας ψαρεμένος απο το βυθό, γελάω στις φωτογραφίες στο ψυγείο, Paulaner άλλη μία χρονιά, βρήκα ένα φοβερό μπαρ, βαριέμαι, πονάει το κεφάλι μου, ωραία είναι κι έτσι, επικαιροποίηση λογαριασμού ''να πάω το εκκαθαριστικό'', έκτακτη επικαιρότητα, διαφημίσεις, ετών 0,5 και δεκατριών δευτερολέπτων, σ΄αγαπάω μαλάκα η ζωή έχει πλάκα, το άλλο δεν έχει, αυτό το παλιό, το να σε περιμένω, κατ' εξακολούθηση επαναστατώ στο μυαλουδάκι σου, πυροβολώ εκεί μέσα και τρώω τις σφαίρες μου κατάστηθα, δεν ακούς, τα βράδια που κοιμάσαι δεν κάνω ησυχία, χτυπάω με μανία τα τακούνια μου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, και ανοιγοκλείνω τις πόρτες χωρίς να μπαινοβγαίνω, βλέπεις γελάω./// Τρίο
///Καλημέρα. Ξυπνώντας με ταχυπαλμία (γιατί δεν ξέρω). Κοιτάω το κινητό. Το κλείνω. Δεν ξέρω γιατί. Αρκούμαι σε μένα. Όλα μπορώ να τα κάνω αφού με αγαπώ. Πιάνω να καθαρίζω πατάτες και να μαχαιρώνω μπουτάκια κοτόπουλο. Τελευταία μαγειρεύω. Και αυτό σημαίνει ότι αλλάζω. Μάλλον με είχα βαρεθεί. Ό,τι κάνεις με αγάπη γίνεται καλό. Έτσι λένε οι εξπερ στη μαγειρική. Σκέφτομαι κι εγώ κάποιον που αγαπώ πολύ και βάζω το φαγητό στο φούρνο. Δεν θα έρθει το μεσημέρι να φάει μαζί μου. Όχι, δεν είναι απο αυτές τις αγάπες τις συμβατικές. Και δεν ξέρω αν θα ήθελα να γίνει ποτέ. Μάλλον τα ''συμβατικά'' πέρασαν ανεπιστρεπτί. Τώρα είναι λίγο κουραστικά, για να μην κοροιδευόμαστε. Μα η αγάπη, αγάπη. Με ένα δικό μας τρόπο. Θα ήθελα να ξέρω πάντως αν έχει ξυπνήσει τώρα... Καμιά φορά αρκούν όλες αυτές οι άχρηστες πληροφορίες για να βουτήξεις με φόρα στη φωτιά. Όλα εντάξει είναι πάντως. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Δεν είναι αρρώστια, δεν είναι πληγή. Είναι ένα ''κάτι'' αρκετό, μία κατάσταση που με ορίζει. Που θα μπορούσε να γραφτεί στην ταυτότητα μου σαν δυνατότητα. Και η άνοιξη συνεχίζει να έρχεται. Άπο παντού. Εχθές έπλυνα όλα τα τασάκια. Να τα γεμίσω με καινούριες σκέψεις.///.
---Muse - New Born---
.*τρία απεριποίητα πρόχειρα λίγο πριν την ασφυξία τους.
Κυριακή 25 Απριλίου 2010
Σπίτι όπου ξημερώσει.

Θόλωσε ο κόσμος γύρω της. Ένα μπουκάλι μέτρησε και σήμερα. Κούνησε χαριτωμένα το χεράκι της για να πληρώσει. Έβγαλε διακόσια ευρώ απο την τσάντα της και σηκώθηκε. '' Τα ρέστα δικά σου φίλε μου'' είπε στον συμπαθητικό σερβιτόρο που την κοίταζε απορημένος. '' Να σας πάω κάπου? Σε μισή ώρα σχολάω...''. Ανησύχησε. Την έβλεπε για τέταρτη φορά μέσα στη βδομάδα να έρχεται, να πίνει και να φεύγει. Μόνη της. Αυτό του έκανε εντύπωση. Είχε συνηθίσει να συνεννοείται με μεθυσμένους ανθρώπους. Αλλά αυτή η κοπέλα είχε κάτι που τον έκανε να νοιάζεται αν θα φτάσει καλά στο σπίτι της. '' Όχι '' του είπε χαμογελώντας κοροιδευτικά, γύρισε την πλάτη της και προσπάθησε να ισορροπήσει στα τακούνια της. Ήταν μόνο δώδεκα βήματα η έξοδος. Τα μέτρησε... '' Έλα Σοφάκι μου, άλλο ένα'' έλεγε στον εαυτό της. Τα κατάφερε ενώ ένιωθε περιφρονητικά βλέμματα να την ακολουθούν. Σχεδόν έρποντας έφτασε στο αυτοκίνητο. Τοίχο - τοίχο. Ένα αδέσποτο σκυλί προσπαθούσε να παίξει με την τσάντα της. Ήταν η μόνη παρέα που επέτρεψε να την συνοδέψει. Σε εκείνο θα μίλαγε όσο μπορούσε. Άρχισε να λέει μία ιστορία χωρίς σύμφωνα και να γελάει. Το χάιδεψε και του άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Ο σκύλος πήδηξε μέσα και κουλουριάστηκε στο κάθισμα. Ένιωθε ότι απόψε δεν θα πήγαινε πουθενά και έπρεπε να δώσει αγάπη σε αυτόν τον άνθρωπο. Καθόταν και άκουγε με λυπημένα μάτια. Μάλλον την εγκατέλειψαν, σκέφτηκε... Ακούμπησε το ποδαράκι του πάνω στο δικό της και έτσι αποκοιμήθηκαν. Εκει στο κρύο πάρκινγκ με τα αδιάκριτα βλέματα των περαστικών αντιμετωπίζοντας τους σαν μιάσματα και ότι '' κάποιος επιτέλους έπρεπε να επιληφθεί του θέματος'' ''γεμίσαμε ρεμάλια και πόρνες'' και άλλα τέτοια συμπαθητικά τσιτάτα των καθώς πρέπει ανθρώπων.
.
.
---Pearl Jam - Nothingman---
Στο Νάσο.
Τρίτη 20 Απριλίου 2010
Ζωή αφιερωμένη.
Καμιά φορά πίστευε ότι είχε κολλήσει σε μία πτήση που είχε καθυστερήσει 2 χρόνια. Έβλεπε στον ύπνο της αεροδρόμια γεμάτα, με ανθρώπους να κοιμούνται στο πάτωμα, βυθισμένοι στο σκοτάδι τους. Δεν ήξεραν που πάνε μα ούτε κι αν τους περίμενε κανείς. Που και που πλησίαζε έναν-δύο και τους χάιδευε το κεφάλι. Ανασηκώνονταν, τους έδινε γάλα ζεστό και τους ρωτούσε για την πτήση 9856. Αν άκουσαν κάτι, αν είδαν. Οι υπάλληλοι του αεροδρομίου την ήξεραν, μα είχαν παραιτηθεί απο την προσπάθεια να την συνεφέρουν. Όταν έδυε ο ήλιος καθόταν με ένα ποτήρι τσάι και χάζευε τα μεταλλικά πουλιά που απογειώνονταν. Είχε μάθει τους χρόνους, τις ταχύτητες, παρατηρούσε τις ρόδες που μαζεύονται και μέτραγε ως το δέκα. Πάντα μέτραγε ως το δέκα. Δεν ήξερε να σου πει γιατί. Φορούσε το κόκκινο κραγιόν της και εκείνες της γόβες της Σταχτοπούτας. Να τη βρει όπως την είχε αφήσει. Κάθε μέρα αγόραζε ένα λευκό τριαντάφυλλο να του χαρίσει όταν θα έφτανε και κάθε βράδυ το χάριζε σε κάποιο παιδάκι που θα την κοίταζε περίεργα.Σε κάθε αναγγελία πτήσης απο εκείνη τη χώρα έστρωνε τη φούστα της. Μάλλινη, πράσινη, φόραγε λίγη κολώνια και έπλενε τα χέρια της. Πάντα έπλενε τα χέρια της πριν τον ακουμπήσει. Να είναι όσο πιό καθαρή και όμορφη γινόταν αντικρύζοντας την ιερότητα του. Καμιά φορά στον ύπνο της ερχόταν και της έκανε έρωτα όπως τότε που ήταν νέοι. Έβλεπε τα καθαρά χέρια της χωρίς καμία φλέβα, με το δέρμα λείο και τσιτωμένο να ακουμπάει το μέτωπο του, να το περνάει μέσα απο τα μαλλιά του και το πρωί ξυπνούσε χαμογελαστή. Το ζούσε ακόμα, το θυμόταν. Τίποτα δεν μπορούσε να της πάρει αυτή την ανάμνηση, τα χέρια της πάνω του.
Έβρισκε ένα καθρέφτη και χτένιζε τα μαλλιά της. Γνώριζε όλες τις καθαρίστριες, μιά που τόσα χρόνια προτιμούσε να μιλάει σε αυτές τις συμπαθητικές κυρίες παρά στις σκύλες των αεροπορικών εταιριών που την κοιτούσαν περιφρονητικά. Τις συγχωρούσε όλες. Σε κανέναν δεν κρατούσε κακία. Μόνο σε αυτούς που κατά καιρούς υποστήριξαν ότι ''δεν θα έρθει ξανά, ξέχασε τον''.
Η κόρη της ερχόταν που και που να τη δει. Είχε παραιτηθεί και αυτή απο κάθε προσπάθεια να την πάρει σπίτι. Η κόρη της, που τόσο έμοιαζε στον άντρα της. Με τα ξανθά μαλλιά της και την ελίτσα στο λαιμό. Ήταν το πρώτο πράγμα που είδε όταν την έβγαλε απο τα σπλάχνα της. Τον αγάπησε τον άντρα της. Μα τον έδιωξε. Δεν μπορούσε να συγκριθεί. Και εκείνη ήταν πάνω απο όλα γυναίκα. Γυναίκα που της έταξαν επιστροφή. Δεν ήταν νοικοκυρά, δεν ήταν σύζυγος. Κάποιοι την πίεσαν να τον παντρευτεί τότε.''Έχει δουλειά και όρεξη'' της έλεγαν. Της χάρισε ένα παιδί που δεν θα έπαυε ποτέ να είναι το μεγαλύτερο δώρο. Καμιά φορά που κοιτούσε τον ουρανό ευχόταν να είναι καλά όπου και να είναι και κάποτε μέσα του να τη συγχωρούσε.
Έπαιρνε τα χάπια της πίεσης και άφηνε τα μαλλιά της λευκά. Έτσι ανεπιτήδευτη του άρεσε τότε. Δεν την άφηνε να βάλει ούτε λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα. Του άρεσε χλωμή, αγουροξυπνημένη. Να την ακουμπάει απαλά στην αγκαλιά του και να της κάνει έρωτα ξανά και ξανά μέχρι να την κουράσει και να την νανουρίσει. Φιλούσε την κοιλιά της και το εικοσάχρονο στήθος της. Έτσι ζούσε. Ζούσε για να τη φιλάει.
Ένα πρωί μόνο ξύπνησε με ένα σημείωμα στον καθρέφτη του μπάνιου. Με τον προορισμό του, το λόγο, και την επιστροφή. Αυτή που της υποσχέθηκε. Αυτή που σκεφτόταν 40 χρόνια μετά. Αυτή που σκεφτόταν διαρκώς για 40 χρόνια. Η επιστροφή. Θα ήταν και η τελευταία λέξη που θα άκουγε ένας νεαρός Ινδός που θα τύχαινε να καθεται δίπλα της στις καρέκλες των αφίξεων καθώς θα ένιωθε ότι η τελευταία εκπνοή θα ήταν η επόμενη. Του χαμογέλασε και του κράτησε το χέρι. Σαν να ζήτησε παρηγοριά για πρώτη φορά και τελευταία. Φεύγοντας. Κουρασμένη. Μόνη.
.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
