
Καμιά φορά νιώθω εκείνο το ποτάμι μέσα μου να φουσκώνει. Να τρέχουν οι εικόνες χείμαρροι, απο τον ουρανίσκο στο στομάχι κάνοντας ελεύθερη πτώση όσο διαρκεί ο οισοφάγος. Πολλές εικόνες. Άλλες κόκκινες, άλλες μπλε, άλλες μαύρες, άρα μάλλον απο μέσα είμαι κάτι μωβ πολύ σκούρο. Και ούτε καν μου αρέσει το μωβ. Το πνίγω λίγο μέσα στο μαύρο, μα πάλι μωβ λέγεται. Θα ήθελα να μη φύγεις, μα αυτό κοστίζει παραπάνω απο όσο αντέχουν αυτά που τόσα χρόνια έχτισα- με 150 καρδιές για να πιάσουν τα θεμέλια- βαθιά τους. Είχα πολλές - όχι μία μόνο- και όλες είναι θαμμένες σε εκείνο το τείχος. Τώρα καταστρέφω την τελευταία που προέβλεπαν οι συμβάσεις. Μπα,δεν είναι ότι δεν θα ζω. Είναι ότι δεν θα νιώθω. Και τα βράδια δεν θα παίζω ξύλο με τον έρωτα, την αγάπη και την αδυναμία. Σαν βαριά αρώματα που τα φοράει αυτή η καρδιά και δεν σε αφήνει να ξεκουραστείς λεπτό. Με κόκκινα μάτια, δεν ξεχωρίζεις τι χρώμα παιχνίδι αγόρασες. Μαύρο? Η μαύρο? Για αυτό δεν σταμάτησες ποτέ να μεγαλώνεις. Επωάζει μέσα σου μιά χιλιετία που όταν σχηματίστηκε το γιόρτασες με κοκτέιλ και πυροτεχνήματα. Φόραγες ένα επίσημο μαύρο φόρεμα και απο μέσα ήσουν ακόμα κόκκινη. Πριν γνωρίσεις καν τον κόσμο. Τα ρολόγια πάντα γυρνούν και ο χρόνος δεν είναι υπέρ σου, ότι και να λες. Βιάζομαι να σταματήσω να μεγαλώνω. Να διαλύσω το κοντέρ. Μα πάντα θα είμαι 10 πόντους ψηλότερη απο όσο νομίζω και θα νανουρίζομαι με τον Κοντορεβυθούλη. Είναι μεγάλος αυτός ο κόσμος και σε έχω χάσει κιόλας οκτώ φορές. Δεν σε βρήκα καμία απο τις οκτώ. Μόνος σου βρέθηκες ξανά. Μάλλον υπάρχουν αυτές οι κρυψώνες που είχα ονειρευτεί αλλά δεν μου λες που είναι όσο κι αν σου υπόσχομαι πως δεν θα το μαρτυρήσω. Ούτε καν θα με δεις. Θα κρυφτώ σε μία και θα τη βαφτίσω ''δική μου''. Με το ''μου'' να την κάνει κάστρο και να διπλοκλειδώνει, πετώντας τα κλειδιά σε άλλο σύμπαν.