Τρίτη 3 Ιουλίου 2012


Σήμερα το πρωί, έκανα μία ωραία σκέψη. Απο αυτές που γίνονται όλες τις σπαρακτικές στιγμές που ζούμε. Τις στιγμές που θες να αλλάξεις υπόσταση για να βρεις παρηγοριά. Αγκαλιά λοιπόν με τις κατηγορίες και λόγια μεγατόνων, έιδα ένα ρυάκι νερό, και κατάλαβα σε ποιό σημείο κατηφορίζει η αυλή. Γιατί το νερό πάντα θα βρει την κατηφόρα. Την μικρή αυτή που εσύ δεν βλέπεις, δεν νιώθεις. Καταθλιπτικό νερό. Πάντα τσουλάει με μανία στις κατηφόρες. Είμαι νερό. Ταυτίστηκα. Μου άρεσε. Με κατηγορούν. Είμαι στεναχωρημένη. Σχεδόν πάντα. Έχω κατάθλιψη. Δεν μιλάω. Δεν καταλαβαίνω. Δεν σκέφτομαι. ΕΙΜΑΙ ΝΕΡΟ. Και κατηφορίζω. Κάνω βόλτες σε κάτι επικίνδυνες στροφές, οδηγώ στο μυαλό μου δίχως αύριο. Πρώτη φορά βλέπω τον εχθρό, να γελάει σατανικά ξεπηδώντας απο μπαούλα. Είμαι νερό, φύση μεταβλητή, φουρτούνες και μπουνάτσες, άλλοτε κολυμπάω στους αφρούς μου, άλλοτε βουτάω σε απάτητους πυθμένες να με μάθω. Στο σκοτάδι με μυρίζω, με χαιδεύω, με γιατρεύω. Κυνήγι θησαυρού σε ωκεανούς χωρίς να ακούω τη χαριτωμένη καλοκαιρινή φωνή της παραλίας να προειδοποιεί ''Γιωργάκη όχι στα βαθιά παιδί μου!''. Κολυμπάω με μανιά, να ξεπλυθώ, να καθαρίσω, να γίνω λεία και γυαλιστερή, να ψηθώ με το αλάτι, να τσούξω, να διψάσω, να καταλάβω. Να αποχαιρετήσω ό,τι χρόνια με τρομάζει. Να στήσω μία γιορτή πνιγηρή, σε ένα μυαλουδάκι τόσο δα, να μεθύσω όλους τους φόβους και τα πρέπει, να τα καταπιώ, και μετά να τα ξεράσω νεκρά. Και τότε θα μπορώ έστω και αργά (αν υφίσταται τελικά αυτό το αργά) να πλησιάσω ένα ένα τα όνειρα, να γίνουμε φίλοι πάλι, μαζί με τα πρώτα άσπρα μαλλιά και τις αχνές ρυτίδες.