Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Κοίτα που τελικά το καλοκαίρι γράφω περισσότερο από το χειμώνα. Τώρα που είστε όλοι στις παραλίες και λαδώνεστε σαν τις τσιπούρες, κάθομαι στο σαλόνι μεσημέρι με τον ανεμιστήρα αντίκρυ να γυρνάει το κεφάλι του σαν χαζός. Κοιταζόμαστε αρκετή ώρα. Έχω κόσμο στη ζωή μου που περιμένει το καράβι του να τον πάρει στα σωθικά του και να τον ξεράσει στις Κυκλάδες. Όλη η αγωνία, όλα τα όνειρα, όλες οι ελπίδες βρίσκουν λιμάνι στις διακοπές. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να κάνω διακοπές με άδειο μυαλό. Δεν αδειάζει το δικό μου. Με κυνηγούν τα πρέπει μου, τα θέλω μου πιό πολύ, τα άγχη μου, οι φόβοι μου. Τα σέρνω όλα από λιμάνι σε ενοικιαζόμενο αγκαλιά με μία μπύρα και ένα ενίοτε γεμάτο φεγγάρι και ξανά στο λιμάνι του Πειραιά. Πιστοί μου σύντροφοι. Ποτέ δεν πίστεψα ότι οι διακοπές με ξεκουράζουν.

Στις λιγοστές μου βόλτες μέσα στην πόλη, που αυτον τον καιρό είναι λίγο πιο γυμνή από ανθρώπους, είχα την τύχη να είμαι πολλές φορές συνοδηγός. Παρατηρούσα λοιπόν τα σπίτια. Τα περισσότερα ακριβά, με μοντέρνα κάγκελα και κλειστά παντζούρια. Όχι δεν λείπουν διακοπές οι αφέντες των. Έχουν φύγει διαπαντός. Έχουν μεταναστεύσει. Μα όλα είναι σαν να φύγαν σε ένα βράδυ. Ούτε παραπάνω σκέψη, ούτε δώρισαν τις γλάστρες, ούτε καν σήκωσαν την τέντα. Το φευγιό που άλλοτε φάνταζε ωραίο στα 17, έγινε μία βαριά βιοποριστική ανάγκη. Και έτσι έφυγαν. Φαντάζομαι ότι μέσα θα έχει ακόμα ξέστρωτα κρεβάτια και ένα γάλα ληγμένο πια στο ψυγείο.

Μικρές στιγμές απελπισίας, πασπαλισμένες με ολίγα καταθλιπτικά συμπτώματα. Όλοι έχουμε, το ξέρω. Μα εγώ έχω σαν σκοπό να πολεμώ τα δικά μου και να χτυπιέμαι σαν χταπόδι να βγάλω μία λέξη να τη μοιραστώ. Έτσι περνάει το καλοκαίρι το οποίο έπαψε να είναι η αγαπημένη μου εποχή από όταν τελείωσα το σχολείο. Έκτοτε άγομαι και φέρομαι από διάφορα λογοτεχνικά τσιτάτα όπως : καβαλάρης των ονείρων μου και αφέντης του εαυτού μου. Και άλλα τέτοια αστεία να γελάει ο κάθε πικραμένος. 

 Κάπου όμως θα υπάρχει ένα νησί που θα με ξεκουράσει και θα λέω πάντα ότι εκεί θέλω να πάω διακοπές. Και πάντα θα προφταίνω ένα εισιτήριο. Κάπου που θα έχει χώρο για μένα και τις διαταραχές μου. Γιατί μέχρι στιγμής χωράω μόνο εγώ παντού. Η μισή. Η άλλη μισή, η ευάλωτη, πρέπει να μείνει έξω. Έξω από το καράβι, έξω από το αεροπλάνο, έξω από το σπίτι, έξω από το αυτοκίνητο, έξω από τη ζωή σου. Και τελικά εγκαταλείπω το άσχημο κομμάτι μου, με πόνο πολύ, γιατί ξέρω ότι πάντα με περιμένει. Ποτέ δεν θα φύγει. Και αφού καμία άλλη σιγουριά δανεική ή χαρισμένη δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να αναμετρηθεί μαζί του, το τέρας μου είναι πάντα εκεί σε κάθε προκυμαία επιστροφής.