Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

24 πύργοι. ‘Εχτισα τα τείχη μου με κόπο. Τα βράδια που μου έλεγες για τα ταξίδια σου, για τη μεγάλη φυγή σου, μου έδινες λιθαράκια.

Με πόνο σωματικό τα βράδια που έβλεπα τα μάτια σου να ζουν αλλού, σε τόπους άγνωστους, μακριά από τα δικά μου ταξίδια.


Τα έκανα ψηλά. Να μη με βλέπεις, να μη σ΄ακούω. Έφτιαξα και ένα παράθυρο για οροφή, να μένει πάντα ανοιχτό. Να έρχεται η βροχή. Μόνο τη βροχή θέλω. Να μπαίνει να με μουσκεύει, να τσακώνομαι μαζί της… και εκείνη, μόνο εκείνη να με ξεδιψάει. Να παλεύουμε ατελείωτες ώρες. Ποια είναι πιο δυνατή. Ποια είναι πιο γυναίκα. Να ρίχνει και ο ουρανός τις αστραπές του που δεν φοβάμαι πια. Τίποτα δεν φοβάμαι πια.


Γουστάρω την οργή τους, μεθάω από χαρά, χαρά άγρια όταν σε μαστιγώνουν οι σταγόνες. Έρχονται και σε μένα και μου λένε… Πόσα μου λένε… Γουστάρω την οργή τους. Χωρίς μέτρο. Έμαθα να τη δαμάζω. Να μου κάνουν παρέα εδώ στο σκοτάδι μου.


Και εσύ απ΄έξω…


Το ίδιο φεγγάρι βλέπουμε, εγώ μόνο αυτό. Και μια βροχή κρύα θυμωμένη. Να γεμίζει τους πύργους μου μέχρι να πνιγώ. Να καταστρέφει, να σαπίζει το μεταξωτό μου φόρεμα. Να λέει ότι διαβρώνει τα τείχη μου, αλλά δεν μπορεί, ούτε αυτή… χαχα … Κανείς δεν μπορεί να με βγάλει από δω. Τα γάντια μου λερώθηκαν. Οι γόβες μου… Και τα μαλλιά μου μάκρυναν. Δεν ξέρω πόσο, ούτε τι χρώμα είναι πια. Σε βρεγμένο σκοτάδι ανοίγω τα μάτια.


Αγνοώ τα ματωμένα χέρια σου. Γύρνα στη θάλασσα σου και μην ξανάρθεις! Δεν έφτιαξα πόρτα, μόνο τείχη μου έμαθες. Ψηλά, απροσπέλαστα. Αυτά έχτισα, αυτά κέρδισαν. Εμένα.


Κοιτάω ψηλά.
Μια σταγόνα ξανά, κυλάει στο μέτωπο μου. Έρχεται. Φύγε! Δεν πρέπει ν΄ακούσεις!


Ευαίσθητο κορμί
Πουλημένη ψυχή
Δε με λένε
Δεν είμαι
Δε θέλω
Δεν έχω


Επιτέλους σ΄ακούω να τρέχεις μακριά.
Και μόλις που μπορώ να δω το χέρι μου να πέφτει βαρύ στο τσιμέντο.


(Εκπνοή)


Ας κοιμηθώ…

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

ερωτήματα

Φοράς ζεστά ρούχα -ρωτάω- να μη μου κρυώνεις;
Σε μαλακό -ρωτάω- κοιμάσαι στρώμα;
Στην όψη -σε ρωτάω- έχεις φτιάξει χρώμα;
Στα χάδια μου -αν θυμάσαι- αναδακρυώνεις;

Να στείλεις γράμμα! Πες - μην σε λυπούνται;
Να γράψεις κάτσε! Θάρρος μένει να καίει;
Και γράψε μου: Τι κάνεις; Είναι όλα Ο.Κ.;
Με σκέφτεσαι - ρωτάω σε-κάν;
Πετιούνται

απ΄το μυαλό μου τα ερωτήματα... Ω,
τι θ΄απαντήσεις συ θαν το μαντέψω.
Μα, αν είσαι κουρασμένη, σταματάω.

Δεν έχω φαϊ, αν πεινάς, να σε χορτάσει.
Σαν να΄χω βγει, νιώθω, απ΄τον κόσμο έξω
και σαν να σ΄εχω απάντεχα ξεχάσει.



Berthold Brecht
μτφρ: Γιώργος Κεντρωτής

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΑ...ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΑ


‘Έστω ότι όλα ξεκινάνε κάπως έτσι…


Τον βλέπεις. Τα βιολογικά συστήματα αρχίζουν να υπερλειτουργούν.
Θες απελπισμένα να πας στο μπάνιο γιατί ίσως η μάσκαρα να μην είναι ακόμα στη θέση της, να έχει φύγει πόντος στο καλσόν, να έχεις πάρει μισό κιλό από τα πατατάκια που καταβρόχθισες και αυτό φυσικά να είναι εμφανές στους κριτές που σε καταδιώκουν ξαφνικά.


Μπαίνεις στο μπάνιο. Πετάς τα τακούνια. Κοιτάζεσαι. Και ξαφνικά αρχίζεις να χοροπηδάς σαν το κατσίκι, να στριφογυρνάς μέχρι να πέσεις κάτω, να βγάζεις άναρθρες σιωπηλές κραυγές (έλα που δεν ξέρεις πως γίνεται)… και άμα παίζει και βούρτσα στο σκηνικό ρίχνεις και ένα σόλο με κορώνα πεθαίνω-από-ασφυξία. Σιωπηλά εννοείται. Τσεκάρεις και τα βασικά και πας πίσω στο Γολγοθά σου.


Παίρνεις το οινόπνευμα αγκαλιά και το ρίχνεις στην περισυλλογή (Δεν είναι αυτή η σωστή τακτική αλλά πάντα έτσι γίνεται). Μετανιώνεις πικρά που δεν φόρεσες κάτι πιο φαντασμαγορικό ( απόκριες έρχονται). Εκείνο το κοραλλομώβ με τα στράς και το αβυσσαλέο ντεκολτέ. Μετανιώνεις διπλά που δεν έριξες ένα κομμωτήριο να έρθει να κοκκαλώσει το τρίχωμα. Ας μην μιλήσω για το μανικιούρ που κάποιος σου είπε ότι οι άντρες κοιτάνε πρώτα τα χέρια…( αλλού επικεντρώθηκε αν θυμάσαι). Με λίγα λόγια ζεις δράμα. Είσαι σίγουρη πια ότι είσαι άσχημη, χοντρή και δεν σου αξίζει τίποτα. Άρα τον αποφεύγεις.


Σκέψου τώρα τι γίνεται αν αυτός ο καημένος ζητήσει το τηλέφωνό σου. Ναι, ναι εκεί χαίρομαι και εγώ. Τα πουλάκια κελαηδάνε ξανά κτλ… Και αρχίζει η φάση της αναμονής. Το πρώτο 24ωρο είσαι ευτυχισμένη. Όλα είναι υπερ σου και πρώτη φορά καταλαβαίνεις ότι ‘αν θέλεις κάτι πολύ…’ (A ρε Coehlo με τα ωραία σου)… Το σύμπαντο όμως το βλέπω να ψιλοκοιμάται εκείνη την αποφράδα μέρα. Εσύ ενισχύεις το ένστικτό σου με συγκεκριμένους ραδιοφωνικούς σταθμούς ( ονόματα δε λέμε ) και κάποια στιγμή έρχεται το επόμενο πρωί. ΔΕΝ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕΣ ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ.


Ντύνεσαι, φτιάχνεσαι πας στη δουλειά. Η κίνηση είναι τόσο όμορφη καμιά φορά, οι λακκούβες σε ξυπνάνε ευχάριστα, χαρίζεις χαμόγελα στα μηχανάκια που προσπερνάνε από δεξιά και γενικώς η γη γυρίζει, 3.45 πμ και άλλες ασυνάρτητες σκέψεις… Άπαξ και έφτασες στο γραφείο ένα σου λέω: Μην διαννοηθείς να ασχοληθείς με τίποτα που μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για την εταιρία σου. Διότι μετά από μελέτες αιώνων ο ερωτευμένος εγκέφαλος κάνει καταστροφικά λάθη τα οποία συνήθως αποκαλύπτονται εκ των υστέρων ( στην έκδοση ισολογισμού ας πούμε, στο κλείσιμο του έτους ακόμα χειρότερα)… Και ένας Θεός ξέρει αν μέχρι τότε θα αξίζει και τον κόπο ο τύπος που για χάρη του θα σε στείλει στα τάρταρα το αφεντικό σου.


Προσπερνώ τα υπόλοιπα γραφικά και περνάω στο ότι κάποια στιγμή χτυπάει το κινητό. Εσύ μετά από 3 τουλάχιστον μέρες αναμονή νιώθεις σαν πεθαμένο πλεούμενο πυρηνικό κουνουπίδι. Και οκ κανονίζετε να βγείτε. Εμ δεν άρχιζες τη δίαιτα κανένα μήνα πριν να έχεις καβάτζα.


Πας σπίτι αμέσως. Πετάς ρούχα, παπούτσια και χώνεσαι στη ντουλάπα. Το μπλε η το ροζ? Το μαύρο ή το άσπρο? Πουκάμισο ή μπλούζα? Φόρεμα ή φούστα? Κλασσικό η εκκεντρικό? Πολύ νεανικό, πολύ γεροντίστικο, με παχαίνει, με χλομιάζει, μυστηριώδες, ξενέρωτο, μέχρι και ο χαρακτηρισμός ‘καβαφικό’ παίζει σε πολύ προχωρημένη κατάσταση βέβαια. Και όταν περνούν (δραματικά αργά) οι ώρες τον βλέπεις.


Είσαι όμορφη, νιώθεις όμορφη και κουρασμένη λίγο, μυρίζει όμορφα και εκείνος. Χαλάλι του όλα. Και το λάθος στο γραφείο. Τώρα ίσως όλα να είναι πιο εύκολα. Τον κοιτάς χωρίς κριτές. Νιώθεις άνετα. Και επιτέλους μιλάς…


Είστε ωραία εικόνα. Εγώ φεύγω. Να περάσετε όμορφα.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

Ανατολικά


Όταν θα τελειώσει ξαφνικά το καλοκαίρι
όταν θα 'χω φύγει μακριά σε κάποιο αστέρι
τίποτα να μη φοβάσαι
να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή

Όταν θα έρθει το καλοκαίρι μου, εκεί στον ατέλειωτο Αύγουστο των χεριών σου... την ησυχία μου να ξανάβρω, τα γκρίζα βάτσαλα απλωμένα και ενα κόκκινο μπουμπούκι που δεν άνθισε ποτέ. Με κορδέλα θα σε δέσω απαλή μεταξωτή να με σέρνεις και εμένα στα ταξίδια των ματιών σου,
Να πετάς μακριά μου, να γελάς, να πολεμάς και να΄ρχεσαι πάλι να σε τυλίγω, να σου ζητάω και να μην μπορείς, να απαιτώ και να κλαίω.

Όταν θα χαθούν οι αγάπες κι οι φιλίες
όταν θα με βλέπεις στις παλιές φωτογραφίες
τις βραδιές που δεν κοιμάσαι
να με θυμάσαι
γιατ'ι σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή

Την αδειανή χωρίς εσένα ναι, με ένα ποιητικό φθινόπωρο για φόντο και λίγο τσάι να με καίει,
τα τσιγάρα πολλά, κοιμάμαι στο κρύο μωσαικό (κάποτε είχε μωβ ανεμώνες εδώ) χαμογελώντας. Με λυπάσαι? ΜΗΝ. Κρεβάτι και το πάτωμα. Χειμώνες οι αναμνήσεις.

Όταν θα κοιτάς την άδεια θέση στο τραπέζι
όταν θα ακούσεις το τραγούδι αυτό να παίζει
μη δακρύζεις μη λυπάσαι
να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή

Δάκρυ δεν θέλω άλλο, ταβάνι λευκό, το πρωινό γουργουρίζει στο πρεβάζι της ζωής μας. Ανοίγω το παράθυρο, έρχεται άρωμα γιασεμιού και κάθεται στο σπίτι, στο δωμάτιο, στα μάτια μου. Λουλούδια λευκά παντού. Και ένα κόκκινο μπουμπούκι, μόλις που το άκουσα να ανοίγει ένα πέταλο.


τα μπλε είναι στίχοι του Γιώργου Παυριανού, τίτλος 'Να με θυμάσαι'.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΚΡΙΑ
ΣΑΝ ΝΑ ΑΚΟΥΣΑ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΟΧΙ?
ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑΣ...
ΜΙΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΘΕΛΩ
ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ, ΤΟΣΗ ΔΑ ΑΝΑΠΝΟΗ ΣΟΥ ΣΤΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ
ΕΝΑ ΔΙΑΟΛΕΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΜΟΥ ΖΑΛΙΖΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
ΤΟ ΑΚΟΥΓΑ ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΞΕΡΕΙΣ
ΠΟΥ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ...

ΕΧΟΥΜΕ ΧΑΘΕΙ ΕΙΠΑ, ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ
ΣΕ ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.
ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ.

ΞΕΡΩ, ΞΕΡΕΙΣ, ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ.
ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΩ
ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ Σ΄ΑΓΑΠΩ
ΟΧΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΓΙΑ ΟΣΟ ΘΕΣ
ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ
ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ....
Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΓΙ΄ΑΥΤΗ
ΞΕΧΑΣΑ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ
ΠΩΣ ΜΟΙΑΖΕΙΣ
ΚΑΙ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ
ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙ
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕ ΨΑΧΝΕΙΣ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ
ΠΟΥ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΘΑ ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΩ ΠΙΑ
ΝΑΙ ΜΩΡΟ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΩ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
ΝΑ ΣΕ ΔΩ
ΝΑ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΗΣΩ
ΟΥΤΕ ΚΑΝ
ΚΑΝ
ΚΑΝ
ΚΑΝ

ΝΑ ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ.