Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

.
.
.
.
Ντύσου να σε πάω βόλτα.
.
.
.
.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Κρύο

Θέλω να ανέβω σε μία ταράτσα και να χαζέψω αυτή την πόλη. Να πιώ ένα κρασί στην υγειά μου. Να βάλω τα καινούρια μου τακούνια και να αιωρούνται πάνω απο όλα. Έτσι θέλω να ζήσουν, ελεύθερα να περπατούν, να με πηγαίνουν σε όμορφα μέρη, να ισορροπώ πάνω τους, να ισορροπώ μέσα μου. Να τα αγαπήσω όσο τίποτα. Ναι, να αγαπήσω ένα ζευγάρι γυναικεία παπούτσια. Να μην χρειάζεται να μιλάμε. Να μην μου ζητάει απολογίες. Να μην με κρίνουν. Μόνο να με οδηγούν. Δεν παραπονιέμαι, άλλωστε δεν είμαι σίγουρη για τίποτα πιά. Όλα είναι ρευστά, όχι σαν πετιμέζι. Δεν έχουν αυτή τη μελωδία της ευτυχίας. Δεν έχουν αυτό το χαμόγελο που μουδιάζει τα σαγόνια. Έχουν μία ειρωνία, μία αδιαφορία, ένα ''δε γαμιέται''. Δεν είναι βαρετά, έχουν κίνηση, αγωνία, καμία στασιμότητα. '' Εδώ έχουμε να φτιάξουμε τη ζωή'' είπα ένα πρωί. Χωρίς συνταγή, μόνο αυτοσχεδιασμό, δύο τρεις στόχους, πολύ κούραση, αρκετά ''πρέπει''. Έτσι είναι. Και έτσι θα είναι πάντα. Η ζωή δεν είναι ένα αστείο, δεν είναι πρόκληση, δεν είναι δώρο, δεν είναι ένα τίποτα. Η ζωή είναι αρένα, πολλοί παλεύουν γιά ένα μόνο έπαθλο, δεν έχει για όλους. Η ζωή δεν είναι δίκαιη. Θέλει κόπο και τρόπο. Πρέπει να αντέχεις να ξέρεις ότι πληγώνεις, και να μην περνάς μερόνυχτα ξερνώντας. Η ζωή μάλλον είναι κίνηση. Απο το ναι στο όχι και αντίστροφα. Δεν είναι αποφασιστικότητα. Η ζωή είναι σίγουρα το πρώτο άνοιγμα των ματιών κάθε μέρα. Έτσι, ψυχρά.
.
.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Σε λίγες στιγμές μεγάλωσα.


Βρέθηκα μία μέρα πριν τις Πανελλήνιες καμμένη απο τον ήλιο στο νοσοκομείο.
Βρέθηκα να κοιτώ επίμονα έναν άντρα για πέντε μέρες και σε ένα καράβι να του δίνω το τηλέφωνό μου.
Βρέθηκα σε μυρωδάτα σεντόνια και ήχους κυμάτων να δίνω για πρώτη φορά αυτό που τόσο ήθελα να δώσω σε εκείνον.
Βρέθηκα να καβαλάω μία μεγάλη μηχανή και να οργώνω εθνικές οδούς, φωνές μέσα απο κράνη.
Βρέθηκα να πετάω το κλειδί με δύναμη και να χαράζω για πάντα ένα ντουλάπι.
Βρέθηκα με όλα μου τα υπάρχοντα σε τρείς σακούλες σκουπιδιών στην Πεντέλης να ψάχνω ταξί, κόκκινα μάτια, σαν να έβλεπα αίματα παντού.
Βρέθηκα στο Κολωνάκι ένα μεσημέρι και να αστειεύομαι με έναν όμορφο άντρα.
Βρέθηκα το ίδιο βράδυ, να βγαίνω απο το αυτοκίνητο του και να περιμένει να μπω στο σπίτι.
Βρέθηκα να μαθαίνω μία νέα οδό στην Αθήνα και να στέλνω μηνύματα ότι κάθε μέρα είναι σάββατο και κάθε εποχή άνοιξη.
Βρέθηκα στο Πήλιο ανάμεσα σε απαγορευμένα ντουμάνια γελώντας και μετά κλαίγοντας.
Βρέθηκα να παίρνω αεροπλάνο χωρίς χάπι.
Βρέθηκα σε πέτρινα σκαλιά να βλέπω όλο το Αιγαίο την ώρα που ξημερώνει.
Βρέθηκα να περπατώ στην Πλάκα μαθαίνοντας κάτι που απο εκεί και έπειτα θα πάλευα να ξεχάσω.
Βρέθηκα να πίνω ακριβά κρασιά και να φιλώ δέρμα αρωματισμένο.
Βρέθηκα να αγαπώ κολαριστά πουκάμισα και cool wool κουστούμια.
Βρέθηκα με ένα εισιτήριο για Παρίσι που ποτέ δεν πήγα, μα ούτε άλλαξα.
Βρέθηκα να χωρίζω στο Skype και να βλέπω δάκρυα να κυλούν πάνω σε μία οθόνη.
Βρέθηκα 6 μήνες μετά να απαντάω σε τηλεφώνημα του χαμογελώντας ξανά.
Βρέθηκα να σκορπίζομαι με κάθε τρόπο, κάθε βράδυ, να με σκοτώνω και να γελάω τρανταχτά.
Βρέθηκα να μην αγαπώ τίποτα απο όσα νόμιζα και να μηδενίζω το κοντέρ.
Βρέθηκα με ένα πράσινο πανωφόρι σε φαρμακείο 4 το ξημέρωμα να καταπίνω χάπι και μετά απο μία εβδομάδα να φεύγει κάτι απο μέσα μου μάλλον.
Βρέθηκα να συνηθίζω να με βλέπω με ένα μεγάλο ποτήρι στο χέρι χωρίς να δικαιολογώ τίποτα.
Βρέθηκα θυμωμένη. Πολύ θυμωμένη.
Βρέθηκα αγκαλιά με έναν ακόμα ''δρόμο της αθήνας'' να γυρνώ όλα τα μπαρ και να λέω ότι αυτή είναι η ζωή που ήθελα.
Βρέθηκα να τρίβω το σώμα μου για να μην πονάει.
Βρέθηκα πάλι να φεύγω. Να αποδρώ, αφήνοντας ανοιχτές όλες τις πόρτες.
Βρέθηκα να μυρίζω μία κολώνια σε έναν περαστικό και να γίνεται πόλεμος ξανά μέσα μου.
Βρέθηκα να κλαίω σε ένα αεροδρόμιο, και να διώχνω ότι αγαπούσα γιατί κάποιοι άνθρωποι ''πρέπει'' να φεύγουν για το καλό τους, και μετά να έχω ένα χέρι μάνας πάνω στα μαλλιά μου. Eκείνη την ένιωσα μάνα.
Βρέθηκα απο τότε να αγαπώ τα αεροδρόμια και να μισώ τα αεροπλάνα.
Βρέθηκα να αγαπώ φωνές απο τηλέφωνο και πρόσωπα απο φωτογραφίες.
Βρέθηκα να μαθαίνω για ενοχικά σύνδρομα, για τάσεις φυγής, για κρίσεις πανικού, για παθολογικό άγχος, για ψυχαναγκασμούς, για φοβίες. Συνταγές, manual και αναπνοές σε χαρτοσακούλες.
.
Βρίσκομαι να σβήνω ένα ακόμα κεράκι ελπίζοντας ότι και του χρόνου θα μπορώ. Να μετρήσω ένα ακόμα σημείο αναφοράς, και ας είναι ένα απλό ''λάθος''.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Ο Κωστής χανόταν στη ''νύχτα''. Ήξερα για κάτι πάρε δώσε με νταβατζιλίκια, με προστασίες, καμιά φορά βρισκόμασταν κρυφά, πάντα κρυβόταν. Απο χρόνο σε χρόνο γινόταν πιό πλούσιος. Ακριβά αμάξια, κουστούμια, πολλά κινητά, πολλά ονόματα. Και μία άρρωστη μάνα.
- Να έρθεις καμιά μέρα να τη δεις, θα χαρεί πολύ, ακόμα με ρωτάει... μου είπε.
- Θα έρθω, όταν σταματήσεις τις μαλακίες και αγαπήσεις κανένα καλό κορίτσι να σε στρώσει.
Αυτά λέγαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Πέρασαν 3 καλοκαίρια απο τότε. Όμορφος πολύ ο Κωστής, κάποια στιγμή αγάπησε.
Η Ντόρα ήταν μικρή, 19 χρονών, απόφοιτη καλού σχολείου, απο καλή οικογένεια, μία μικρή πριγκίπισσα. Θα γινόταν γιατρός. Στην Αμερική, όχι εδώ. Ο μπαμπάς της είχε φροντίσει για όλα. Γλυκομίλητη, ξανθούλα, μικροκαμωμένη, προσγειωμένη, έτοιμη να χρησιμοποιήσει υπερ της ότι της προσφερόταν απλόχερα.
Ποτέ δεν είπε στο μπαμπά της για τον Κωστή. Βρισκόντουσαν κρυφά, πάντα νύχτα, πάντα μόνοι τους. Την πήγαινε σπίτι του και τη χάιδευε μπροστά στην τηλεόραση. Έκαναν έρωτα σαν να μην υπάρχει αύριο. Ο Κωστής ήθελε να αλλάξει δουλειά. Και ας μην είχε πιά τόσα λεφτά. Ήθελε να πάει μαζί της στην Αμερική. Να την προσέχει. Να της παίρνει λουλούδια κάθε μέρα, να γίνει δούλος της. Ότι ήθελε εκείνη. Μόνο εκείνη. Για πάντα εκείνη. Να τον αγαπήσει και ο μπαμπάς της. Να δει ότι μόνο εκείνος μπορούσε να την αγαπήσει έτσι. Έτσι όπως της άξιζε να αγαπηθεί.

Εκεί κάπου τον συνάντησα ξανά. Και μου είπε για το κορίτσι του. Χάρηκα. Χαμογελούσε σα χαζός και έλαμπαν τα μάτια του. Η μόνη φορά που δε φορούσε γυαλιά ηλίου. Δεν ήθελε πιά να κρύβεται απο τον ήλιο. Τον ρώτησα τι θα κάνει. '' Θα πάω μαζί της'' μου είπε αποφασισμένος. ''Να πας ρε, να πάς'' του απάντησα και του τράβηξα το αυτί.

Το καλοκαίρι στις Σπέτσες ήταν μαγικό. Έμεναν στο εξοχικό της. Έτρωγαν μαζί, έπιναν μαζί, έκαναν μπάνιο μαζί, ψώνιζαν μαζί, είχαν γίνει ένα. Τη χάζευε να διαβάζει το περιοδικό της στην παραλία και καμάρωνε που μόνο εκείνος την είχε.
'' Θα έρθεις μαζί μου το Σεπτέμβρη?'' τον ρώτησε αγωνιώντας για την απάντηση του.
'' Δεν υπάρχει άλλος τόπος, πέρα απο αυτόν που θες να είσαι εσύ, οπότε ναι'' της είπε.
Ο Κωστής απο την επόμενη μέρα άρχισε να μοιράζει τα καθήκοντα του στους '' άλλους''. Εκείνος θα καθάριζε σε μία βδομάδα. Θα τα μάζευε και θα έφευγαν.
Το προτελευταίο βράδυ των διακοπών η Ντόρα ξέμεινε απο τσιγάρα, πήρε το αμάξι του να κατέβει στη Ντάπια να πάρει. Ο Κωστής διάβαζε κάτι δίπλα στην πισίνα.
Εκείνη έφτασε στο περίπτερο, πήρε δύο πακέτα και ένα παγωτό. Το έτρωγε οδηγώντας για το σπίτι, είχε γεμίσει σοκολάτες και σκουπιζόταν με τα χέρια. Και τέλος. Ένα αυτοκίνητο που βγήκε απο την πορεία του, και κάτι που ο Κωστής δεν μπορούσε να καταλάβει στο τηλέφωνο. Μούδιασε ο εγκέφαλος του. Έτρεξε με τα πόδια. Ξυπόλητος, την είδε ένα λεπτό μόνο καθώς την έπαιρνε ένα ασθενοφόρο. Ένας άγνωστος τον μάζεψε και του έδωσε νερό. Τον πήγε στο κέντρο υγείας. Του είπαν ότι είχαν καλέσει τους γονείς της και έρχονταν απο στιγμή σε στιγμή. Παρακαλούσε να τη δει. Δεν τον άφησαν. 30 λεπτά αργότερα έφυγαν συνοδέια γιατρού για το ελικοδρόμιο. Την έβαλαν μέσα στο ελικόπτερο. Πρώτη φορά είδε τον πατέρα της, του έκανε ένα νεύμα. Δεν πήγε μαζί της, δεν του πρόσφερε κανείς την ευκαιρία να πάει μαζί της. Του την πήραν. Ένας πατέρας πάλευε. Μιλούσε, παρακαλούσε, σε 3 γλώσσες, να την πάει κάπου, σε όποιο μέρος του κόσμου θα την έκαναν καλά. 10 λεπτά κράτησε. Η Ντόρα του άφησε το χέρι.

Τον συνάντησα πρόσφατα. Πάλι γυαλιά, πάλι δουλειές. Τον ρώτησα για τη μικρή, μου έδειξε, ένα τόσο δα, με καλλιγραφικά γράμματα χαραγμένο στο εσωτερικό του μπράτσου του '' Ντόρα''. Και εκεί έμαθα.


Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Απόδραση

.
.
.
Απο πόρτες, απο παράθυρα, απο ζωές, απο κουβέντες, απο πρωινά, απο νύχτες, απο κρεβάτια, απο τραπέζια, απο γιορτές, απο σχολές, απο δουλειές, απο εσένα, απο εμένα, απο τον άλλο, τον παράλλο, απο τη μαμά, τον μπαμπά, απο το σούπερ μάρκετ, απο σινεμά, απο αεροδρόμια, απο γήπεδα, απο συναυλίες, απο χαρακώματα, απο μαχαιρώματα, απο μακριά, απο κοντά, απο δίπλα, απο πάνω, απο κάτω, απο ταράτσες, απο υπόγεια, απο την Αμερική, απο θάλασσες, απο διαδρομές, απο όνειρα, απο σχέδια, απο βάρκες, από αμάξια, απο αγάπες, απο μίση, απο έρωτες, απο χέρια, απο χείλη, απο πίεση, απο τα ρούχα μου, απο το βλέμμα σου, απο το θέλω μου, απο το πρέπει σου, απο μουσικές, απο αρώματα, απο ασανσέρ, απο δωμάτια, απο ήχους, απο χρώματα, απο λιώματα, απο λέξεις, απο πράξεις, απο μετάνοιες, απο συγνώμες, απο παρηγοριές, απο μένα, απο ζεστασιές μα και απο σιγουριές.
.
.