Ο Κωστής χανόταν στη ''νύχτα''. Ήξερα για κάτι πάρε δώσε με νταβατζιλίκια, με προστασίες, καμιά φορά βρισκόμασταν κρυφά, πάντα κρυβόταν. Απο χρόνο σε χρόνο γινόταν πιό πλούσιος. Ακριβά αμάξια, κουστούμια, πολλά κινητά, πολλά ονόματα. Και μία άρρωστη μάνα.
- Να έρθεις καμιά μέρα να τη δεις, θα χαρεί πολύ, ακόμα με ρωτάει... μου είπε.
- Θα έρθω, όταν σταματήσεις τις μαλακίες και αγαπήσεις κανένα καλό κορίτσι να σε στρώσει.
Αυτά λέγαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Πέρασαν 3 καλοκαίρια απο τότε. Όμορφος πολύ ο Κωστής, κάποια στιγμή αγάπησε.
Η Ντόρα ήταν μικρή, 19 χρονών, απόφοιτη καλού σχολείου, απο καλή οικογένεια, μία μικρή πριγκίπισσα. Θα γινόταν γιατρός. Στην Αμερική, όχι εδώ. Ο μπαμπάς της είχε φροντίσει για όλα. Γλυκομίλητη, ξανθούλα, μικροκαμωμένη, προσγειωμένη, έτοιμη να χρησιμοποιήσει υπερ της ότι της προσφερόταν απλόχερα.
Ποτέ δεν είπε στο μπαμπά της για τον Κωστή. Βρισκόντουσαν κρυφά, πάντα νύχτα, πάντα μόνοι τους. Την πήγαινε σπίτι του και τη χάιδευε μπροστά στην τηλεόραση. Έκαναν έρωτα σαν να μην υπάρχει αύριο. Ο Κωστής ήθελε να αλλάξει δουλειά. Και ας μην είχε πιά τόσα λεφτά. Ήθελε να πάει μαζί της στην Αμερική. Να την προσέχει. Να της παίρνει λουλούδια κάθε μέρα, να γίνει δούλος της. Ότι ήθελε εκείνη. Μόνο εκείνη. Για πάντα εκείνη. Να τον αγαπήσει και ο μπαμπάς της. Να δει ότι μόνο εκείνος μπορούσε να την αγαπήσει έτσι. Έτσι όπως της άξιζε να αγαπηθεί.
Εκεί κάπου τον συνάντησα ξανά. Και μου είπε για το κορίτσι του. Χάρηκα. Χαμογελούσε σα χαζός και έλαμπαν τα μάτια του. Η μόνη φορά που δε φορούσε γυαλιά ηλίου. Δεν ήθελε πιά να κρύβεται απο τον ήλιο. Τον ρώτησα τι θα κάνει. '' Θα πάω μαζί της'' μου είπε αποφασισμένος. ''Να πας ρε, να πάς'' του απάντησα και του τράβηξα το αυτί.
Το καλοκαίρι στις Σπέτσες ήταν μαγικό. Έμεναν στο εξοχικό της. Έτρωγαν μαζί, έπιναν μαζί, έκαναν μπάνιο μαζί, ψώνιζαν μαζί, είχαν γίνει ένα. Τη χάζευε να διαβάζει το περιοδικό της στην παραλία και καμάρωνε που μόνο εκείνος την είχε.
'' Θα έρθεις μαζί μου το Σεπτέμβρη?'' τον ρώτησε αγωνιώντας για την απάντηση του.
'' Δεν υπάρχει άλλος τόπος, πέρα απο αυτόν που θες να είσαι εσύ, οπότε ναι'' της είπε.
Ο Κωστής απο την επόμενη μέρα άρχισε να μοιράζει τα καθήκοντα του στους '' άλλους''. Εκείνος θα καθάριζε σε μία βδομάδα. Θα τα μάζευε και θα έφευγαν.
Το προτελευταίο βράδυ των διακοπών η Ντόρα ξέμεινε απο τσιγάρα, πήρε το αμάξι του να κατέβει στη Ντάπια να πάρει. Ο Κωστής διάβαζε κάτι δίπλα στην πισίνα.
Εκείνη έφτασε στο περίπτερο, πήρε δύο πακέτα και ένα παγωτό. Το έτρωγε οδηγώντας για το σπίτι, είχε γεμίσει σοκολάτες και σκουπιζόταν με τα χέρια. Και τέλος. Ένα αυτοκίνητο που βγήκε απο την πορεία του, και κάτι που ο Κωστής δεν μπορούσε να καταλάβει στο τηλέφωνο. Μούδιασε ο εγκέφαλος του. Έτρεξε με τα πόδια. Ξυπόλητος, την είδε ένα λεπτό μόνο καθώς την έπαιρνε ένα ασθενοφόρο. Ένας άγνωστος τον μάζεψε και του έδωσε νερό. Τον πήγε στο κέντρο υγείας. Του είπαν ότι είχαν καλέσει τους γονείς της και έρχονταν απο στιγμή σε στιγμή. Παρακαλούσε να τη δει. Δεν τον άφησαν. 30 λεπτά αργότερα έφυγαν συνοδέια γιατρού για το ελικοδρόμιο. Την έβαλαν μέσα στο ελικόπτερο. Πρώτη φορά είδε τον πατέρα της, του έκανε ένα νεύμα. Δεν πήγε μαζί της, δεν του πρόσφερε κανείς την ευκαιρία να πάει μαζί της. Του την πήραν. Ένας πατέρας πάλευε. Μιλούσε, παρακαλούσε, σε 3 γλώσσες, να την πάει κάπου, σε όποιο μέρος του κόσμου θα την έκαναν καλά. 10 λεπτά κράτησε. Η Ντόρα του άφησε το χέρι.
Τον συνάντησα πρόσφατα. Πάλι γυαλιά, πάλι δουλειές. Τον ρώτησα για τη μικρή, μου έδειξε, ένα τόσο δα, με καλλιγραφικά γράμματα χαραγμένο στο εσωτερικό του μπράτσου του '' Ντόρα''. Και εκεί έμαθα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
3 σχόλια:
:(
Αν είναι αληθινό.. είναι τραγικό..
to kako mono kserei na xtypaei toso akariaia.
speechless.me dielyse.
x
πολύ καλογραμμένο. όμορφο. μ'άρεσε πολύ.
Δημοσίευση σχολίου