Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Την αγαπάει από πάντα. Της χαιδεύει τα μαλλιά. Της στέλνει μηνύματα με καρδούλες. Τον λέει βλαμμένο και μετά φρικάρει που δεν της απαντάει. Την παίρνει τηλέφωνο μετά απο τρεις μέρες. Δεν το σηκώνει ποτέ. Πάει σπίτι του. Ψάχνει τα τσάγια του. Της φτιάχνει το αγαπημένο της. Του λέει πως δεν τον αγαπάει απόψε. Την τραβάει πάνω του. Εκείνη φωνάζει άουτς. Τον δαγκώνει. Του γλείφει την πληγή στον αντίχειρα. Του λέει για μία καινούρια συνταγή που έμαθε. Δεν θα του τη φτιάξει ποτέ φυσικά. Την ρωτάει τι να της φέρει από το ταξίδι. Του δίνει το κράνος στο χέρι. Της φοράει το μπουφάν. Τον κλειδώνει στο μπάνιο και γελάει. Τη ρωτάει που θα πάει απόψε. Τρώει πίτσα οκλαδόν στον καναπέ και δεν της δίνει. Πετάει την τσάντα της όπου να ναι. Του τραβάει τα μαλλιά και τα μούσια. Εξαφανίζεται για μία βδομάδα. Της φτιάχνει το ποδήλατο. Του φτιάχνει πορτοκαλάδα. Τρέχει πλάι του το βράδυ. Έχει πιο ωραία αθλητικά παπούτσια από εκείνη. Εκείνη κάνει γιόγκα και αυτός της τραβάει το στρώμα. Πέφτει και πονάει. Του τραβάει τα μαλλιά και τα μούσια πάλι. Την αγαπάει από πάντα. Της μιλάει για μία γκόμενα. Εκείνη ακούει και μετά φεύγει. Δεν σηκώνει το τηλέφωνο για τρεις μέρες. Την ψάχνει στα μπαρ. Τη βρίσκει. Ορμάει πάνω του. Την τραβάει έξω. Την βάζει στο αμάξι. Ανοίγει την πόρτα στο φανάρι και φεύγει. Τον περιμένει έξω από την πόρτα του. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Ξυπνάει και φεύγει. Του γράφει ''Να πας να γαμηθείς''. Της στέλνει καρδούλες και τη λέει ''μωρό μου''. Της μιλάει για ένα γάτο και ένα σκύλο που είχε μικρός. Της λέει για τη δουλειά του. Της λέει για μία μουσική που θέλει να συνθέσει. Του λέει για ένα βιβλίο. Φεύγει και χτυπάει την πόρτα πίσω της. Την κυνηγάει στα σκαλιά. Της λέει να σκάσει για να μην ξυπνήσουν οι γείτονες. Ξαναμπαίνει μέσα. Τον λέει αγάπη της. Απλώνει τα πόδια του στο τραπεζάκι και εκείνη ξαπλώνει στα γόνατα του. Της τσιμπάει το μάγουλο. Τον δέρνει με το μαξιλάρι. Πίνει κανένα τσιγάρο κρυφά στο μπαλκόνι πριν ξημερώσει. Της στέλνει μήνυμα να πάει από το σπίτι. Εκείνη δεν ξαναπάει. Τον βλέπει σε ένα μπαρ να πίνει. Τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει, τον κρύβει στο μπουφάν της, του συγχωρεί τα πάντα και φεύγουν μαζί περπατώντας τη Μητροπόλεως. Η ώρα ήταν περίπου 5. Συνάντησαν πολλά αδέσποτα σκυλιά, πολλούς που έτρωγαν βρώμικο. Πήγαν στο σπίτι, τα σεντόνια ήταν καθαρά και σιδερωμένα, κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι και ξύπνησαν έτσι, αγκαλιασμένοι.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Εκείνη η πολυθρόνα φταίει για όλα. Ποτέ δεν ήταν φιλόξενη, να κάτσεις και να μείνεις μία δύο ζωές. Ήταν σκισμένη, σπασμένη, και άβολη. Ήθελα να την πετάξω, ίσως και να χοροπηδούσα πάνω της αν ποτέ την κατεβάζαμε δίπλα στον κάδο. Να την κάνω χίλια δέκαδύο κομματάκια. Και αφού δεν ήθελες να πάρουμε άλλη θα καθόμασταν στο κρεββάτι. Κάτι θα γλιτώναμε. Λένε ότι αν οι άνθρωποι αγγίζονται όταν τσακώνονται, εκτονώνεται πολύ γρηγορότερα η ένταση και τα βρίσκουν γλιτώνοντας καταστάσεις ανεπανόρθωτες.Θα μας έμενε ίσως χώρος για να βάλουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Που λες το κρεββάτι εκείνο, αντιπαθέστατο κι αυτό. Παλιό, εφηβικό, ξένο μέσα στο σαλόνι. Και αυτό το στρώμα που είχε βουλιάξει σε 15 μεριές. Και όχι δε λέω, άπειρες φορές κοιμήθηκα εκεί, προσέφερε μία αξιοσημείωτη ασφάλεια, πράγμα περίεργο για έπιπλο. Αλλά ήθελα έναν καναπέ. Έναν καναπέ για όλους μας. Για εμάς και αυτούς που μας αγαπούν. Κι αν είχα χαζέψει καναπέδες. Που με έχανες που με έβρισκες με έναν κατάλογο ΙΚΕΑ να προσπαθώ να τακτοποιήσω το χάος. Πως να κάνω χωρίο με έναν ερασιτέχνη ρακοσυλλέκτη... Ράφια, ραφάκια βιβλιοθήκες, παπουτσοθήκες... Ότι μπορούσα, για να μην πετάξω όσα ήθελα. Και αυτή η μαλακία μου μην ξεμείνεις από κάλτσες και εσώρουχα. Λες και ξεμένουν οι άνθρωποι από αυτά. Αλλά ήξερα ποιά είναι τα καλά και ήθελα να έχεις τα καλά. Όχι τα φτηνά, όχι τα ανθυγιεινά. Να είναι όλα βαμβακερά. Και όχι παράπονο δεν έχω, ανταπέδιδες αυτή τη φροντίδα όπως μπορούσες. Μα οι άνθρωποι μεγαλώνουν, και πληγώνονται από τα γεγονότα, απο τη ζωή. Και αλλάζουν. Και βιώνουν συμπαντικές αδικίες και ανείπωτο πόνο. Και αλλάζουν. Και φωνάζουν και ξεσπούν και βαριούνται και όλα μπορούν να τα απαλύνουν αν θέλουν. Λες και όταν σου έλεγα να προσέχεις τι τρως και να φοράς το κράνος σου ήμουν μέρος κάποιας μοχθηρής συνομωσίας που είχε σκοπό να σε καταστρέψει και να είσαι κάποιος άλλος απο φανατικός (και φανταστικός θα έλεγα) καπνιστής/ καταναλωτής junk και κασκαντέρ με σκούτερ. Αχ. 

Πριν λίγο καιρό ήταν ο Nesbo στην Αθήνα και μίλησε για τους θαυμαστές του στο Μέγαρο Μουσικής. Ελπίζω να πήγες. Θα άξιζε.

ΥΓ: Αυτό το βαζάκι που είναι δίπλα στους καφέδες με μία πορτοκαλί σκόνη που λέει turmeric είναι κουρκουμάς και όταν φτιάχνεις κάτι με σάλτσα να το βάζεις. Κάνει πολύ καλό και είναι άγευστο. 

ΥΓ: Μόλις σκέφτηκα ότι αν στο έλεγα αυτό με μήνυμα θα με έπαιρνες τηλέφωνο και θα έλεγες ''Έλα κουρκουμά!!'' και γελάω μόνη μου.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Μία στιγμή χωρίς σημασία. Μία στιγμή ή εκατό, χωρίς σημασία. Χωρίς τον μετρητή των ωραίων στιγμών και τον ψυχαναγκασμό που δημιουργεί σε ανθρώπους σαν και εμένα. Να μην υπήρχε αυτή μου η ιδιότητα, το ''σαν κι εμένα''. Να ήταν σαν τους άλλους. Πως γινόταν πριν, δεν θυμάμαι. Πατήσαμε ένα γκάζι και βρεθήκαμε εδώ. Πρώτο πληθυντικό φυσικά γιατί είχα πολλούς συνοδηγούς που το παίρναμε εναλλάξ το τιμόνι. Μία έσπρωχνα εγώ, εκατό τραβούσαν εκείνοι. Και φτάσαμε στις γεμάτες στιγμές. Αυτές που δεν συγχωρούν αχαριστία και βαρεμάρα. Και περνάνε οι μήνες. Μιλώντας πιο πολύ από ποτέ για αγάπη, για φόβο, για το σήμερα. Και το ''τίποτα δεν είναι όπως πριν'' να είναι σαν ένα μεγάλο κουκούτσι στο στέρνο μου. Κάποιοι μου υπόσχονται ότι αυτό θα περάσει και θα μπορώ να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ χωρίς να χαίρομαι τη στιγμή, ή να αναγκάζομαι να χαρώ τη στιγμή. Προς Θεού δεν λέω ότι είναι άσχημα πιά, λέω ότι είναι αλλιώς. Είναι όλα συμπυκνωμένα και παχύρρευστα. Και γεμίζουν όλα τα κενά στην καθημερινότητα, αυτά τα άνευ σημασίας. Μόνο ο έρωτας μπορεί να σταθεί όρθιος και να παλέψει και στο τέλος να κατατροπώσει την συμπύκνωση. Να τα κάνει όλα μία μυρωδάτη λοσιόν (πως μου αρέσει αυτή η λέξη). Έχω δει πάρα πολλά πράγματα, έχω μιλήσει με πολύ κόσμο, λογίζω για φίλους μου πολλούς ανθρώπους πιά και άλλους που χρόνια έλεγα τα μυστικά μου δεν θυμάμαι πως μοιάζουν. Μέσα στη θολούρα κάθε μέρα βρίσκω κι άλλο δρόμο, όλο και κάτι ακόμα ονειρεύομαι να κάνω, και γεμίζω σημειώσεις στο κεφάλι μου, και δεν βαριέμαι ποτέ. Είναι τόσο μεγάλο και παλεύω να το χωρέσω στα τριάντα μου χρόνια και να με κάνω λίγο σοφή και λίγο πιο τρελή. Ψήλωσα 5 πόντους παραπάνω από τους άλλους και εδώ πάνω καμιά φορά έχει κρύο. Αλλά έχει και μουσική. 

Satyricon - Phoenix 


Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Φθινόπωρο







Κάτω από τα χωρίς μου, έχω ζωστεί όλα τα εμείς.  







Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Stick to the plan