
Ο ήλιος καίει και ασπρίζει τα πάντα.
Τα κάνει κοινούρια και φωτεινά.
Είναι και τα λουλούδια που ανοίγουν ένα ένα τα πέταλά τους και στρέφουν το κεφαλάκι τους ψηλά να τον δουν, να του μιλήσουν, να ζεσταθούν. Και ξαφνικά βλέπω νυσταγμένα χαμόγελα από τους γύρω μου, και τα χεράκια σιγά σιγά θέλουν παρέα, τα στόματα κουβέντα.
Ο καφές είναι περισσότερος και οι παγοθήκες αρχίζουν να μπαίνουν στην κατάψυξη. Το τηλέφωνο μου χτυπάει συχνότερα και ακούω προσκλήσεις για βόλτα στον ήλιο, στο Μοναστηράκι, στην παραλία... Η Άννα δεν θέλει να δουλέψει σήμερα, η μαμά μου με ενημερώνει για τον υδράργυρο και να μην γδυθώ ακόμα γιατί κυκλοφορούν ιώσεις, μπαίνω στα site για διακοπές και με φαντάζομαι να πλατσουρίζω στο απέραντο γαλάζιο της Αμοργού (ναι! Φέτος θα πάω), και πόσο έμεινε γαμώτο... 3 μήνες... Η Μελίνα δεν προλαβαίνει με τη δίαιτα, καίγεται η ιδέα του μεταπτυχιακού (αργά αργά γίνεται στάχτη) και νιώθω πιο ελαφριά.
Δεν θέλω να φάω άλλα γλυκά. Πίνω πολύ νερό, το ζητάω. Ανοίγω το παράθυρο του αυτοκινήτου και χαίρομαι που καπνίζω χωρίς να βρομάει το σύμπαν. Και έξω απο το γραφείο άνθισε η αμυγδαλιά και ναι έρχεται και το Πάσχα με τις μυρωδιές του. Μόνο για αυτό το λαχταρώ κάθε χρόνο. Να ψάξω να βρώ μια Πασχαλιά να τη μυρίσω. Γιατί... γιατί αρέσει στη μαμά μου και πάντα χαιρόταν με το μωβ αυτό λουλούδι. Και γιατι δεν ζω μαζί με τη μαμά μου. Και αυτό δεν συνέβη απο επιλογή.
Δεν έχω καμία διάθεση για μελαγχολίες.
Καμία.
Έχω πολλούς καινούριους φίλους. Σκέφτομαι τις διακοπές μου. Και όλα αυτά που είπα ότι θα κάνω μετά το ταξίδι μου. Ο επόμενος σταθμός πρίν το καλοκαίρι είναι η Βαρκελώνη. Που είχα υποσχεθεί πως θα πάω με την καλύτερη παρέα. Η 'καλύτερη παρέα' είναι σε ένα παράλληλο σύμπαν οπότε θα πάω με την καλυτερότερη παρέα ever... ' me,myself and I'... Αφού το δοκίμασα μία και δεν ενοχληθήκαμε θα το κάνω ξανά. Βέβαια είναι και ανοιχτή πρόσκληση σε όποιον θέλει να ακολουθήσει. Είναι το μόνο πράγμα που μπορώ να σκεφτώ για πολύ ώρα τελευταία. Τα ταξίδια. Θέλω να πάω παντού. Και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο.
Όχι όλα μαζί.
Κάποτε ένας φίλος μου είχε αφιερώσει το 'Ταξιδιάρα ψυχή'...(ναι, δεν είχα φερθεί πολύ ωραία)... Αλλά που να ξερε οτί ήταν ευχή για μένα! Και τώρα ναι, είμαι κυριολεκτικά.
Τώρα που μεγάλωσα κάπως και δεν φοβάμαι. Και έχω όλο το βάρος του εαυτού μου και την ευθύνη των πράξεων μου, τώρα που κοιμάμαι στο απόλυτο σκοτάδι, που έμαθα να μην ξεσκεπάζομαι το βράδυ, ξέρω το καλύτερο αντιπυρετικό, έχω αγαπημένο κρασί, ξέρω να βγάζω τους λεκέδες από τα ρούχα και πως να πλένω τα μάλλινα, ξέρω να φτιάχνω γεμιστά και φαγητά που έχουν σίδηρο...
Τώρα πρέπει, Τώρα θέλω...
Και τον ήλιο
Και τα ταξίδια
Και τα λουλούδια
Και τη θάλασσα
Και ότι απελπιστικά ζητάει ο δικός μου οργανισμός.