Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

Εποχή απούσα.

Το καλοκαίρι αυτό. Του 2012. Λευκό μακό, που γάριασε. Σχεδόν για πέταμα. Το παραχώνεις μαζί με τα κασκόλ και τα αμπιγιέ φουστάνια που δεν φορέθηκαν ποτέ. Αφόρετο καλοκαίρι μα όχι καινούριο. Αφόρετο από εσένα. Το για πάντα κοινόχρηστο καλοκαίρι. Δεν φορέθηκε φέτος. Από αδυναμία. Το καλοκαίρι είναι διάθεση. Και εγώ του έδωσα ραντεβού το Νοέμβρη. Η του είχα δώσει το Μάιο και αυτό δεν ήρθε. Ή ήρθε και δεν το μύρισα. Ποτέ δεν θα μάθουμε μάλλον. Πάντως δεν συναντηθήκαμε. Η θάλασσα με γέμισε κόκκινα σημάδια, ο κόσμος με τρόμαξε, δεν άνοιξα την κατάψυξη, δεν έφαγα παγωτά, δεν είδα λιμάνι. Δεν ήθελα. Το καλοκαίρι είναι διάθεση. Και μένα με προσπέρασε φέτος. Όχι, δεν μου έλειψε. Ούτε περιμένω το επόμενο από τώρα. Θέλω χειμώνα. Να είμαι απόλυτα συγχρονισμένη με την αντάρα του. Θέλω κρύο και μπουφάν αλεξίσφαιρα. Πάντα θέλω εσένα, όπως κι αν είμαι. Εσύ ταιριάζεις σε όλα τα χρώματα και ας φοράς μαύρα. Εσύ θα με ξαναβγάλεις στο δρόμο. Εσύ θα με κάνεις να τρέξω, να ταξιδέψω, να γελάσω, να πετάξω. Κι ας κρύβω όλη μου την αγάπη σε ένα πιάτο κεφτεδάκια. Το ξέρεις και το ξέρω. Το ξέρουμε και το ανταλλάζουμε στο κρεββάτι σε υγρή μορφή, η αγάπη που λιώνει, που στάζει, που κυλάει στα μπούτια. Καλοκαίρι του 2012. Καμία φωτογραφία, τίποτα μπλε. Αθήνα, τσιγάρα, ταινίες, μπύρες, είμαστε ακόμα εδώ, μουσική, κεφτεδάκια, ερκοντίσιον, κουνούπια, και όλα αυτά που δεν τα βλέπεις, δεν τα γράφεις, δεν τα μυρίζεις και τα επαναλαμβάνεις εθισμένος γιατί μόνο έτσι, ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ερωτεύεσαι ξανά.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Το καλό με την άδεια απο τη δουλειά είναι ότι μπορείς να κάνεις ότι μαλακία θες όποτε θες. Και το λέω αυτό γιατί δεν είμαι από αυτούς που καρτερώ την άδεια. Η δουλειά μου περιορίζει τις άσχημες σκέψεις μου. Με βάζει σε σειρά. Με συντηρεί και με διατηρεί. Έρχονται όμως κάτι τέτοιες ώρες, που έχω πιεί και λίγες μπύρες και δεν τρέχει κάστανο που είναι 2μισή τη νύχτα. Εγώ δεν έχω να ξυπνήσω αύριο στις επτά. Έχω βάλει που λες και λίγο Radiohead στα ακουστικά και ήρθα εδώ να πούμε καμιά βλακεία να περάσει η ώρα να νυστάξω. Σήμερα ήταν μία ωραία μέρα. Δεν έφαγα άλλα βερίκοκα, που κατά βάθος δεν μου αρέσουν κιόλας, μα λιγουρεύτηκα καρπούζι. Γενικά δεν είμαι και πολύ του φαγητού αυτόν τον μήνα. Πιό πολύ νερό μπύρες και τσιγάρα. Το έχω ξαναπεράσει αυτό. Μετά έρχεται ο χειμώνας, βγαίνουν οι σοκολάτες στα περίπτερα και τρώω ξανά. Τόσο απλά. Θυμάμαι σε ένα μέηλ είχα πει ότι ήμουν στεναχωρημένη και έφαγα μία σοκοφρέτα και μου πέρασε και κάποιος γελούσε στην άλλη άκρη απορημένος. Πολλά ωραία έχουμε γράψει σε μέηλ και μην τα ξεχνάμε ναι? Ναι. Και τα σμς. Και εκεί ναι? Ναι. Ισχυρές αποδείξεις ότι έχουμε υπάρξει τόσο εύκολα όλα αυτά που έχουμε πολεμήσει τόσο σκληρά να ξεχάσουμε ότι υπήρξαμε. Δύσκολη πρόταση, το βλέπω, και εγώ τρεις φορές τη διάβασα. Βέβαια έχουμε υπάρξει και όλα αυτά που μας κάνουν περήφανους ακόμα. Να τα λέμε κι αυτά. Η κάθε εποχή έχει τις ομορφιές της. Άλλες μπλε του κοβαλτίου και άλλες κίτρινες καναρινί. Άλλες μυρίζουν βρεγμένα φύλλα στους δρόμους και άλλες χαριεντίζονται στο αρρωστημένο φως μιάς οθόνης. Άλλες ξενυχτούν με αγωνία, άλλες βυθίζονται στην ασφάλεια του ''έχω''. Και παραμένεις εσύ να περνούν όλα αυτά από μπροστά σου και όχι να πεθαίνεις, αλλά να γουστάρεις, να πορώνεσαι να λές ''δώσε πόνο στο λαό''. Και αλλάζουν πάλι και όλα γίνονται όμορφα και άσχημα και πάλι όμορφα και πάλι άσχημα και τα λοιπά... Μπορεί αυτό το ποστ να μην έχει κανένα λόγο ύπαρξης, φαινόταν από την πρώτη πρόταση άλλωστε, αλλά εγώ τώρα νύσταξα. Και αυτό είναι καλό, πίστεψε με. Βλακείες λοιπόν.

(Τι εννοείς ''εδώ ο κόσμος χάνεται''?)

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Μίλα με εικόνες.

Frida Kahlo 1944

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012


Σήμερα το πρωί, έκανα μία ωραία σκέψη. Απο αυτές που γίνονται όλες τις σπαρακτικές στιγμές που ζούμε. Τις στιγμές που θες να αλλάξεις υπόσταση για να βρεις παρηγοριά. Αγκαλιά λοιπόν με τις κατηγορίες και λόγια μεγατόνων, έιδα ένα ρυάκι νερό, και κατάλαβα σε ποιό σημείο κατηφορίζει η αυλή. Γιατί το νερό πάντα θα βρει την κατηφόρα. Την μικρή αυτή που εσύ δεν βλέπεις, δεν νιώθεις. Καταθλιπτικό νερό. Πάντα τσουλάει με μανία στις κατηφόρες. Είμαι νερό. Ταυτίστηκα. Μου άρεσε. Με κατηγορούν. Είμαι στεναχωρημένη. Σχεδόν πάντα. Έχω κατάθλιψη. Δεν μιλάω. Δεν καταλαβαίνω. Δεν σκέφτομαι. ΕΙΜΑΙ ΝΕΡΟ. Και κατηφορίζω. Κάνω βόλτες σε κάτι επικίνδυνες στροφές, οδηγώ στο μυαλό μου δίχως αύριο. Πρώτη φορά βλέπω τον εχθρό, να γελάει σατανικά ξεπηδώντας απο μπαούλα. Είμαι νερό, φύση μεταβλητή, φουρτούνες και μπουνάτσες, άλλοτε κολυμπάω στους αφρούς μου, άλλοτε βουτάω σε απάτητους πυθμένες να με μάθω. Στο σκοτάδι με μυρίζω, με χαιδεύω, με γιατρεύω. Κυνήγι θησαυρού σε ωκεανούς χωρίς να ακούω τη χαριτωμένη καλοκαιρινή φωνή της παραλίας να προειδοποιεί ''Γιωργάκη όχι στα βαθιά παιδί μου!''. Κολυμπάω με μανιά, να ξεπλυθώ, να καθαρίσω, να γίνω λεία και γυαλιστερή, να ψηθώ με το αλάτι, να τσούξω, να διψάσω, να καταλάβω. Να αποχαιρετήσω ό,τι χρόνια με τρομάζει. Να στήσω μία γιορτή πνιγηρή, σε ένα μυαλουδάκι τόσο δα, να μεθύσω όλους τους φόβους και τα πρέπει, να τα καταπιώ, και μετά να τα ξεράσω νεκρά. Και τότε θα μπορώ έστω και αργά (αν υφίσταται τελικά αυτό το αργά) να πλησιάσω ένα ένα τα όνειρα, να γίνουμε φίλοι πάλι, μαζί με τα πρώτα άσπρα μαλλιά και τις αχνές ρυτίδες.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Υπενθύμιση

Ωχ καινούριος Blogger. Έκπληξη. Μαζί με τόσες άλλες. Κάθε μέρα μένω μαλάκας με τη δύναμη που έχουμε όλοι. Οι παραλίες είναι γεμάτες. Ο κόσμος προσπαθεί να γελάει. Όπως κι εσύ. Να διώξεις το σκοτάδι μου. Εμείς οι δύο είμαστε ο Dexter. Εγώ είμαι ο dark passenger και εσύ ο φυσιολογικός άνθρωπος. Χα! Τώρα νομίζω πλησίασα πολύ σε αυτά που νιώθω. Αλλά αντέχεις. Και δε ρωτάς πολλά. Δεν με ζαλίζεις ποτέ, και δεν με αναγκάζεις να σου εξηγώ αυτά που δεν μπορώ να πω γιατί γίνονται τεράστια και μετά στέκομαι ανίκανη μπροστά τους. Το φως μου όμως, το όσο έχω, σου ανήκει. Εσένα θα πάρω για να γελάσουμε, εσένα θα πάρω να με κοροιδέψεις, εσένα θα πάρω για να με βρίσεις, εσένα θα πάρω για να ακούσω την αγάπη.

Καμιά φορά σκέφτομαι μέσα στο όλο ψυχαναλυτικό ''ταξίδι'' (έτσι το λέει η Καιτάρα) εγώ το λέω ''γαμήσι'' (συγχώρα τις κακές λέξεις), καμιά φορά που λες, σκέφτομαι ότι είμαστε πολύ μικρά όντα για να αγαπάμε τόσο πολύ και συνεπώς να ανησυχούμε άλλο τόσο. Αν αγαπάς ανησυχείς. Για όλα. Δεν μπορείς να αγαπάς χωρίς να ανησυχείς. Δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα οι άνθρωποι. Ανησυχώ λοιπόν για σένα και για μένα. Αγωνιώ. Κάθε μέρα. Για τις δυσκολίες που περνάμε, μην και έρθουν άλλες τόσες, καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου να θέλω να κάνω μία προσευχή κάπου, να πληρώσω ένα ασφαλιστήριο, να ξέρω ότι υπάρχει μία ιδέα ασφάλειας στο ότι θα αγαπιόμαστε έτσι πάντα και θα καταφέρουμε τα πάντα.

Αγκαλιά λοιπόν, με πόδια και με χέρια. Για τα προηγούμενα δύο και για τα επόμενα όσα. Να μη φοβάμαι και να μη σε φοβίζω. Να σε προσέχεις για να με προσέχεις. Να σε αγαπάω χωρίς ανησυχίες.  Να με αγαπάς για να είμαι ασπίδα.