Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Shelter

Βζιιιιιιουιιιιιιιιιουιιιιιιουιιιιιιιιιιιιν*. Έτσι ήθελα να ξεκινήσω αυτό το ποστ. Είναι μία λέξη (?) που συναντάω συχνά πυκνά, επειδή το επιδιώκω, σε άπειρα μέηλ και σε sms. Είναι ένα σημάδι που αφήσαμε στον κόσμο και το χαράξαμε με κόπο μέσα σε τρία χρόνια. Η δημιουργός αυτής της λέξης, είναι γνωστή σε κάποιους, εγώ προσωπικά της χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ για κάτι συγκλονιστικές λέξεις και μουσικές που μοιραστήκαμε για χρόνια. Το βζιιιιιιιιιιιιιουιιιιιιιιιιιιιιιιιουιιιιιουν έχει κάνει μακρύ ταξίδι. Και κάποιοι τυχεροί το έχουμε ακόμα στις τσέπες μας ανάμεσα σε ξεραμένο καπνό και ένα ενθύμιο καπάκι μπύρας. Ένα γούρι στους περίεργους καιρούς που ζούμε. Έχει γραφτεί σε συνθήκες απερίγραπτης χαράς, κάτω από αστέρια του Βορρά, λίγο πάνω από τη στάθμη της θάλασσας του νότου, την έχουμε ψιθυρίσει σε αυτιά ματωμένα από τους Radiohead, την έχουμε στείλει να παραθερίσει σε δάχτυλα γεμάτα αμυχές, έχει γιατρέψει ματωμένα γόνατα, έχει μπει μέσα σε εσώρουχα, την έχουμε ιδρώσει αυτή τη λέξη. Την έχουμε ακούσει-ουρλιαχτό σκίζοντας τους πόρους μας. Η ''την έχουμε ακούσει'' με αυτή τη λέξη.  Την κρατώ γιατί θα την ξαναπώ. Θέλω να τη λέω κάθε μέρα. Θέλω να συμβαίνει κάθε μέρα βζιιιιιιιουιιιιιιουιιιιν. Θέλω να τη βγάζω από την τσέπη και να την πετάω στον αέρα και εκείνη να πετάει ξανά σε ματωμένα αυτιά και να επιστρέφει κουρασμένη πίσω σε μένα. Και τελικά δεν ξέρω αν το θέμα είναι η διαδρομή ή ο προορισμός. Για μένα μάλλον είναι η επιστροφή. 







*Χνούδι rocks.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013



Το ''λείπω'' μου έχει μία άγρια κόντρα με τις τηλεφωνικές σου αραιές συνήθειες. Υπάρχουν κάμποσα δευτερόλεπτα που περιμέναμε, εγώ να σταματήσεις και εσύ να ξεκινήσω να μιλάω. Και αυτή η κόντρα για πάντα θα εκτονώνεται σε ρυθμικά τουτ τουτ και μία γυναίκα προωθεί την κλήση μας σφυρίζοντας μία παροδική λήξη. Τέτοιες σιωπηλες μάχες έχουμε δώσει χιλιάδες, εμείς μεταξύ μας και ο καθένας μας ξεχωριστά με τα πρέπει του. Παύσεις. Επόμενη ερώτηση. Όλα καλά. Γειά σου. Θα τα πούμε αργότερα. Και αφήνεις κάτω το τηλέφωνο που σου έπαιξε ακόμα έναν εφιάλτη. Το κλωτσάς μακριά να σταματήσει να φωτίζει.

Τίποτα από όλα αυτά δε συμβαίνει πραγματικά.

Εγώ περιμένω να σταματήσεις και εσύ να ξεκινήσω να μιλάω.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Κοίτα που τελικά το καλοκαίρι γράφω περισσότερο από το χειμώνα. Τώρα που είστε όλοι στις παραλίες και λαδώνεστε σαν τις τσιπούρες, κάθομαι στο σαλόνι μεσημέρι με τον ανεμιστήρα αντίκρυ να γυρνάει το κεφάλι του σαν χαζός. Κοιταζόμαστε αρκετή ώρα. Έχω κόσμο στη ζωή μου που περιμένει το καράβι του να τον πάρει στα σωθικά του και να τον ξεράσει στις Κυκλάδες. Όλη η αγωνία, όλα τα όνειρα, όλες οι ελπίδες βρίσκουν λιμάνι στις διακοπές. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να κάνω διακοπές με άδειο μυαλό. Δεν αδειάζει το δικό μου. Με κυνηγούν τα πρέπει μου, τα θέλω μου πιό πολύ, τα άγχη μου, οι φόβοι μου. Τα σέρνω όλα από λιμάνι σε ενοικιαζόμενο αγκαλιά με μία μπύρα και ένα ενίοτε γεμάτο φεγγάρι και ξανά στο λιμάνι του Πειραιά. Πιστοί μου σύντροφοι. Ποτέ δεν πίστεψα ότι οι διακοπές με ξεκουράζουν.

Στις λιγοστές μου βόλτες μέσα στην πόλη, που αυτον τον καιρό είναι λίγο πιο γυμνή από ανθρώπους, είχα την τύχη να είμαι πολλές φορές συνοδηγός. Παρατηρούσα λοιπόν τα σπίτια. Τα περισσότερα ακριβά, με μοντέρνα κάγκελα και κλειστά παντζούρια. Όχι δεν λείπουν διακοπές οι αφέντες των. Έχουν φύγει διαπαντός. Έχουν μεταναστεύσει. Μα όλα είναι σαν να φύγαν σε ένα βράδυ. Ούτε παραπάνω σκέψη, ούτε δώρισαν τις γλάστρες, ούτε καν σήκωσαν την τέντα. Το φευγιό που άλλοτε φάνταζε ωραίο στα 17, έγινε μία βαριά βιοποριστική ανάγκη. Και έτσι έφυγαν. Φαντάζομαι ότι μέσα θα έχει ακόμα ξέστρωτα κρεβάτια και ένα γάλα ληγμένο πια στο ψυγείο.

Μικρές στιγμές απελπισίας, πασπαλισμένες με ολίγα καταθλιπτικά συμπτώματα. Όλοι έχουμε, το ξέρω. Μα εγώ έχω σαν σκοπό να πολεμώ τα δικά μου και να χτυπιέμαι σαν χταπόδι να βγάλω μία λέξη να τη μοιραστώ. Έτσι περνάει το καλοκαίρι το οποίο έπαψε να είναι η αγαπημένη μου εποχή από όταν τελείωσα το σχολείο. Έκτοτε άγομαι και φέρομαι από διάφορα λογοτεχνικά τσιτάτα όπως : καβαλάρης των ονείρων μου και αφέντης του εαυτού μου. Και άλλα τέτοια αστεία να γελάει ο κάθε πικραμένος. 

 Κάπου όμως θα υπάρχει ένα νησί που θα με ξεκουράσει και θα λέω πάντα ότι εκεί θέλω να πάω διακοπές. Και πάντα θα προφταίνω ένα εισιτήριο. Κάπου που θα έχει χώρο για μένα και τις διαταραχές μου. Γιατί μέχρι στιγμής χωράω μόνο εγώ παντού. Η μισή. Η άλλη μισή, η ευάλωτη, πρέπει να μείνει έξω. Έξω από το καράβι, έξω από το αεροπλάνο, έξω από το σπίτι, έξω από το αυτοκίνητο, έξω από τη ζωή σου. Και τελικά εγκαταλείπω το άσχημο κομμάτι μου, με πόνο πολύ, γιατί ξέρω ότι πάντα με περιμένει. Ποτέ δεν θα φύγει. Και αφού καμία άλλη σιγουριά δανεική ή χαρισμένη δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να αναμετρηθεί μαζί του, το τέρας μου είναι πάντα εκεί σε κάθε προκυμαία επιστροφής. 


Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Ρωγμές

Ήταν απόγευμα και πουλούσα παπούτσια. Για αυτούς που πονούν. Ήρθε μία γιαγιά μαυροφορεμένη. Με ένα πένθος πολυκαιρισμένο μα ακόμα βρεγμένο. Με ματάκια γλυκά και κόκκινα και τόσο πονεμένα. Ακόμα. Για όσο της έχει μείνει. Και τη βοήθησα, της κούμπωσα τα λουράκια από τα πέδιλα. Και όλο να μου λέει ''συγνώμη παιδάκι μου, να μη σε κουράζω, μη σκύβεις, δεν θέλω να σε ταλαιπωρώ'' και εγώ ήθελα τόσο να την αγκαλιάσω μέσα στα ''σας παρακαλώ, τη δουλειά μου κάνω, δεν με κουράζετε, σας παρακαλώ ξανά, μην το λέτε αυτό, για αυτό πληρώνομαι, χαρά μου να σας εξυπηρετώ'' Και τα πήρε τα παπούτσια. Και εγώ ήθελα να γράψω για αυτή τη γιαγιούλα. Να είναι πάντα καλά.

Οδηγούσα στο Παγκράτι, έφτυνα το γάλα της μάνας μου για να παρκάρω. Καμιά φορά με κοιτάω στον καθρέφτη και με μαλώνω που έχω αυτό το αγριεμένο ύφος γιατί κάνω ρυτίδες ανάμεσα στα δύο φρύδια μου. Και τεντώνω τους μυς του προσώπου μου να φύγουν οι ρυτίδες. Πέρασα μπροστά από μία εκκλησία, Άγιος Σπυρίδωνας νομίζω. Γινόταν μία βάφτιση. Κυριακή. Με τα πολλά πάρκαρα και βγήκα από το αμάξι φωνάζοντας φτου ξελευθερία. Και πέρασα δίπλα από έναν παππού. Κρατούσε μία σακούλα από μαγαζί με παιδικά είδη. Καινούρια σακούλα, με φιόγκο, δώρο. Και ο ίδιος ήταν καθαρός, χτενισμένος, με το κουστούμι του. Ένας όμορφος παππούς. Μόνος του. Περίμενε το γαμημένο τρόλευ μέσα στη ζέστη. Και έφτιαξα μία ιστορία αυτού του παππού. Ότι προφανώς πηγαίνει σε βάφτιση. Ίσως σε αυτή που συνάντησα νωρίτερα. Ίσως το μωρό να πάρει το όνομα του. Και μετά θα πάνε να φάνε σε μία ταβέρνα στην Καισαριανή, και δεν θα τρώει πολύ κρέας ούτε τηγανητές πατάτες, ούτε θα πιει κρασί. Γιατί είναι παππούς. Αλλά θα χαίρεται με το μωρό, που ίσως έχει το όνομα του. Να είναι καλά ο παππούκας. 

Ήταν πάλι απόγευμα και πουλούσα παπούτσια. Ναι, αυτή είναι η δουλειά μου τα απογεύματα. Και το πρωί με παπούτσια ασχολούμαι, μα πριν βγουν σε μαγαζιά να τα πάρουν οι γιαγιάδες μου. Στα πολλά χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά έχω δει πολλά πόδια. Πόδια άσχημα από αρρώστιες, πόδια που πονούν, πόδια πληγωμένα, πόδια ατελή, πόδια με ιστορίες πολλές. Πόδια γενναία. Είχε και η δική μου γιαγιά τέτοια πόδια. Με τεράστια κότσια και δάχτυλα που καβαλούσαν το ένα το άλλο. Και τρόμαζα όταν τα έβλεπα, και τα θεωρούσα άσχημα πολύ. Τότε ήμουν μικρή. Πολλά πόδια πια μου θυμίζουν τα πόδια της γιαγιάς μου, της Ευαγγελίας.  Και ξυπνάει μέσα μου κάτι, και με χαιδεύει ίσως από εκεί που είναι, και μου ανοίγει το βλέφαρο να δει αν έχω φάει καλά και είμαι πλήρης βιταμινών, η γιαγιά μου που μιλούσε ιταλικά και περίμενε να πάμε να πιούμε μπυράκι (έτσι το έλεγε) καμιά Κυριακή. Δεν πήγα πολλές. Τη θυμάμαι, και τα πόδια της και τα ροζιασμένα της χέρια. Και τις ιστορίες της και της δολοπλοκίες της με τους γείτονες. Της μοιάζει η μαμά μου. Νομίζω ότι έχει αρχίσει να στραβώνει λίγο το γόνατο της. Όπως και της γιαγιάς. 


Αυτές οι τρεις αληθινές ιστορίες πλέουν καιρό μέσα στο μυαλό μου. Χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Δεν είμαι καλή φωτογράφος. Μόνο με δικά μου λόγια μπορώ να σου τις δείξω. Ίσως και χωρίς αυτά. Αν ήσουν εκεί, θα είχες καταλάβει αυτά που ο περισσότερος κόσμος αγνοεί, θα είχαμε δει το ίδιο. Έχεις κι εσύ τέτοιο μάτι, να κοιτάς μέσα στις ρωγμές των ανθρώπων, ή να φαντάζεσαι πως όντως έχουν ρωγμές. Το ξέρω αυτό. Μάλλον για αυτό έχω κολλήσει με τον Δεληβοριά και τον ακούω προσεκτικά γιατί και αυτός μάλλον βλέπει τις ρωγμές. 


Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013





Ίσως να ήταν οι σκιές που χόρευαν στους τοίχους.*



















*''Γυμνή σκιά'' Χ. & Π. Κατσιμίχας