Ήταν απόγευμα και πουλούσα παπούτσια. Για αυτούς που πονούν. Ήρθε μία γιαγιά μαυροφορεμένη. Με ένα πένθος πολυκαιρισμένο μα ακόμα βρεγμένο. Με ματάκια γλυκά και κόκκινα και τόσο πονεμένα. Ακόμα. Για όσο της έχει μείνει. Και τη βοήθησα, της κούμπωσα τα λουράκια από τα πέδιλα. Και όλο να μου λέει ''συγνώμη παιδάκι μου, να μη σε κουράζω, μη σκύβεις, δεν θέλω να σε ταλαιπωρώ'' και εγώ ήθελα τόσο να την αγκαλιάσω μέσα στα ''σας παρακαλώ, τη δουλειά μου κάνω, δεν με κουράζετε, σας παρακαλώ ξανά, μην το λέτε αυτό, για αυτό πληρώνομαι, χαρά μου να σας εξυπηρετώ'' Και τα πήρε τα παπούτσια. Και εγώ ήθελα να γράψω για αυτή τη γιαγιούλα. Να είναι πάντα καλά.
Οδηγούσα στο Παγκράτι, έφτυνα το γάλα της μάνας μου για να παρκάρω. Καμιά φορά με κοιτάω στον καθρέφτη και με μαλώνω που έχω αυτό το αγριεμένο ύφος γιατί κάνω ρυτίδες ανάμεσα στα δύο φρύδια μου. Και τεντώνω τους μυς του προσώπου μου να φύγουν οι ρυτίδες. Πέρασα μπροστά από μία εκκλησία, Άγιος Σπυρίδωνας νομίζω. Γινόταν μία βάφτιση. Κυριακή. Με τα πολλά πάρκαρα και βγήκα από το αμάξι φωνάζοντας φτου ξελευθερία. Και πέρασα δίπλα από έναν παππού. Κρατούσε μία σακούλα από μαγαζί με παιδικά είδη. Καινούρια σακούλα, με φιόγκο, δώρο. Και ο ίδιος ήταν καθαρός, χτενισμένος, με το κουστούμι του. Ένας όμορφος παππούς. Μόνος του. Περίμενε το γαμημένο τρόλευ μέσα στη ζέστη. Και έφτιαξα μία ιστορία αυτού του παππού. Ότι προφανώς πηγαίνει σε βάφτιση. Ίσως σε αυτή που συνάντησα νωρίτερα. Ίσως το μωρό να πάρει το όνομα του. Και μετά θα πάνε να φάνε σε μία ταβέρνα στην Καισαριανή, και δεν θα τρώει πολύ κρέας ούτε τηγανητές πατάτες, ούτε θα πιει κρασί. Γιατί είναι παππούς. Αλλά θα χαίρεται με το μωρό, που ίσως έχει το όνομα του. Να είναι καλά ο παππούκας.
Ήταν πάλι απόγευμα και πουλούσα παπούτσια. Ναι, αυτή είναι η δουλειά μου τα απογεύματα. Και το πρωί με παπούτσια ασχολούμαι, μα πριν βγουν σε μαγαζιά να τα πάρουν οι γιαγιάδες μου. Στα πολλά χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά έχω δει πολλά πόδια. Πόδια άσχημα από αρρώστιες, πόδια που πονούν, πόδια πληγωμένα, πόδια ατελή, πόδια με ιστορίες πολλές. Πόδια γενναία. Είχε και η δική μου γιαγιά τέτοια πόδια. Με τεράστια κότσια και δάχτυλα που καβαλούσαν το ένα το άλλο. Και τρόμαζα όταν τα έβλεπα, και τα θεωρούσα άσχημα πολύ. Τότε ήμουν μικρή. Πολλά πόδια πια μου θυμίζουν τα πόδια της γιαγιάς μου, της Ευαγγελίας. Και ξυπνάει μέσα μου κάτι, και με χαιδεύει ίσως από εκεί που είναι, και μου ανοίγει το βλέφαρο να δει αν έχω φάει καλά και είμαι πλήρης βιταμινών, η γιαγιά μου που μιλούσε ιταλικά και περίμενε να πάμε να πιούμε μπυράκι (έτσι το έλεγε) καμιά Κυριακή. Δεν πήγα πολλές. Τη θυμάμαι, και τα πόδια της και τα ροζιασμένα της χέρια. Και τις ιστορίες της και της δολοπλοκίες της με τους γείτονες. Της μοιάζει η μαμά μου. Νομίζω ότι έχει αρχίσει να στραβώνει λίγο το γόνατο της. Όπως και της γιαγιάς.
Αυτές οι τρεις αληθινές ιστορίες πλέουν καιρό μέσα στο μυαλό μου. Χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Δεν είμαι καλή φωτογράφος. Μόνο με δικά μου λόγια μπορώ να σου τις δείξω. Ίσως και χωρίς αυτά. Αν ήσουν εκεί, θα είχες καταλάβει αυτά που ο περισσότερος κόσμος αγνοεί, θα είχαμε δει το ίδιο. Έχεις κι εσύ τέτοιο μάτι, να κοιτάς μέσα στις ρωγμές των ανθρώπων, ή να φαντάζεσαι πως όντως έχουν ρωγμές. Το ξέρω αυτό. Μάλλον για αυτό έχω κολλήσει με τον Δεληβοριά και τον ακούω προσεκτικά γιατί και αυτός μάλλον βλέπει τις ρωγμές.