Εκείνη η πολυθρόνα φταίει για όλα. Ποτέ δεν ήταν φιλόξενη, να κάτσεις και να μείνεις μία δύο ζωές. Ήταν σκισμένη, σπασμένη, και άβολη. Ήθελα να την πετάξω, ίσως και να χοροπηδούσα πάνω της αν ποτέ την κατεβάζαμε δίπλα στον κάδο. Να την κάνω χίλια δέκαδύο κομματάκια. Και αφού δεν ήθελες να πάρουμε άλλη θα καθόμασταν στο κρεββάτι. Κάτι θα γλιτώναμε. Λένε ότι αν οι άνθρωποι αγγίζονται όταν τσακώνονται, εκτονώνεται πολύ γρηγορότερα η ένταση και τα βρίσκουν γλιτώνοντας καταστάσεις ανεπανόρθωτες.Θα μας έμενε ίσως χώρος για να βάλουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Που λες το κρεββάτι εκείνο, αντιπαθέστατο κι αυτό. Παλιό, εφηβικό, ξένο μέσα στο σαλόνι. Και αυτό το στρώμα που είχε βουλιάξει σε 15 μεριές. Και όχι δε λέω, άπειρες φορές κοιμήθηκα εκεί, προσέφερε μία αξιοσημείωτη ασφάλεια, πράγμα περίεργο για έπιπλο. Αλλά ήθελα έναν καναπέ. Έναν καναπέ για όλους μας. Για εμάς και αυτούς που μας αγαπούν. Κι αν είχα χαζέψει καναπέδες. Που με έχανες που με έβρισκες με έναν κατάλογο ΙΚΕΑ να προσπαθώ να τακτοποιήσω το χάος. Πως να κάνω χωρίο με έναν ερασιτέχνη ρακοσυλλέκτη... Ράφια, ραφάκια βιβλιοθήκες, παπουτσοθήκες... Ότι μπορούσα, για να μην πετάξω όσα ήθελα. Και αυτή η μαλακία μου μην ξεμείνεις από κάλτσες και εσώρουχα. Λες και ξεμένουν οι άνθρωποι από αυτά. Αλλά ήξερα ποιά είναι τα καλά και ήθελα να έχεις τα καλά. Όχι τα φτηνά, όχι τα ανθυγιεινά. Να είναι όλα βαμβακερά. Και όχι παράπονο δεν έχω, ανταπέδιδες αυτή τη φροντίδα όπως μπορούσες. Μα οι άνθρωποι μεγαλώνουν, και πληγώνονται από τα γεγονότα, απο τη ζωή. Και αλλάζουν. Και βιώνουν συμπαντικές αδικίες και ανείπωτο πόνο. Και αλλάζουν. Και φωνάζουν και ξεσπούν και βαριούνται και όλα μπορούν να τα απαλύνουν αν θέλουν. Λες και όταν σου έλεγα να προσέχεις τι τρως και να φοράς το κράνος σου ήμουν μέρος κάποιας μοχθηρής συνομωσίας που είχε σκοπό να σε καταστρέψει και να είσαι κάποιος άλλος απο φανατικός (και φανταστικός θα έλεγα) καπνιστής/ καταναλωτής junk και κασκαντέρ με σκούτερ. Αχ.
Πριν λίγο καιρό ήταν ο Nesbo στην Αθήνα και μίλησε για τους θαυμαστές του στο Μέγαρο Μουσικής. Ελπίζω να πήγες. Θα άξιζε.
ΥΓ: Αυτό το βαζάκι που είναι δίπλα στους καφέδες με μία πορτοκαλί σκόνη που λέει turmeric είναι κουρκουμάς και όταν φτιάχνεις κάτι με σάλτσα να το βάζεις. Κάνει πολύ καλό και είναι άγευστο.
ΥΓ: Μόλις σκέφτηκα ότι αν στο έλεγα αυτό με μήνυμα θα με έπαιρνες τηλέφωνο και θα έλεγες ''Έλα κουρκουμά!!'' και γελάω μόνη μου.
Κυριακή 26 Ιουλίου 2015
Μία στιγμή χωρίς σημασία. Μία στιγμή ή εκατό, χωρίς σημασία. Χωρίς τον μετρητή των ωραίων στιγμών και τον ψυχαναγκασμό που δημιουργεί σε ανθρώπους σαν και εμένα. Να μην υπήρχε αυτή μου η ιδιότητα, το ''σαν κι εμένα''. Να ήταν σαν τους άλλους. Πως γινόταν πριν, δεν θυμάμαι. Πατήσαμε ένα γκάζι και βρεθήκαμε εδώ. Πρώτο πληθυντικό φυσικά γιατί είχα πολλούς συνοδηγούς που το παίρναμε εναλλάξ το τιμόνι. Μία έσπρωχνα εγώ, εκατό τραβούσαν εκείνοι. Και φτάσαμε στις γεμάτες στιγμές. Αυτές που δεν συγχωρούν αχαριστία και βαρεμάρα. Και περνάνε οι μήνες. Μιλώντας πιο πολύ από ποτέ για αγάπη, για φόβο, για το σήμερα. Και το ''τίποτα δεν είναι όπως πριν'' να είναι σαν ένα μεγάλο κουκούτσι στο στέρνο μου. Κάποιοι μου υπόσχονται ότι αυτό θα περάσει και θα μπορώ να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ χωρίς να χαίρομαι τη στιγμή, ή να αναγκάζομαι να χαρώ τη στιγμή. Προς Θεού δεν λέω ότι είναι άσχημα πιά, λέω ότι είναι αλλιώς. Είναι όλα συμπυκνωμένα και παχύρρευστα. Και γεμίζουν όλα τα κενά στην καθημερινότητα, αυτά τα άνευ σημασίας. Μόνο ο έρωτας μπορεί να σταθεί όρθιος και να παλέψει και στο τέλος να κατατροπώσει την συμπύκνωση. Να τα κάνει όλα μία μυρωδάτη λοσιόν (πως μου αρέσει αυτή η λέξη). Έχω δει πάρα πολλά πράγματα, έχω μιλήσει με πολύ κόσμο, λογίζω για φίλους μου πολλούς ανθρώπους πιά και άλλους που χρόνια έλεγα τα μυστικά μου δεν θυμάμαι πως μοιάζουν. Μέσα στη θολούρα κάθε μέρα βρίσκω κι άλλο δρόμο, όλο και κάτι ακόμα ονειρεύομαι να κάνω, και γεμίζω σημειώσεις στο κεφάλι μου, και δεν βαριέμαι ποτέ. Είναι τόσο μεγάλο και παλεύω να το χωρέσω στα τριάντα μου χρόνια και να με κάνω λίγο σοφή και λίγο πιο τρελή. Ψήλωσα 5 πόντους παραπάνω από τους άλλους και εδώ πάνω καμιά φορά έχει κρύο. Αλλά έχει και μουσική.
Satyricon - Phoenix
Satyricon - Phoenix
Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014
Ήταν ένα ακόμα καλοκαίρι στην πόλη. Ένα καλοκαίρι που σου χρωστούσα. Σου χρωστούσα ήλιο θάλασσα και όλο το χαμογελό μου. Δεν μπόρεσα ούτε φέτος. Και σε βλέπω που κάθεσαι δίπλα μου πιστό σκυλί και με αποχαιρετάς κάθε φορά που με παίρνουν μέσα και μου λες θα περιμένω να βγεις. Και πάντα είσαι εκεί και παρατηρείς τα φύλλα μου να πέφτουν και με σκεπάζεις με τα γλυκόλογα σου να μην κρυώνω. Είμαι γυμνή όμως. Γύμνωσα, στέρεψα το ούτως ή άλλως μικρό αποθεματικό θάρρους που μου βρισκόταν. Τώρα έχω μόνο το δικό σου. Το ροκανίζω και λυπάμαι. Ανάμεσα σε ναυτίες και δάκρυα υπάρχεις. Στέκεσαι εκεί και είσαι τα πόδια μου, τα χέρια μου, η τροφή μου.
Σου πλέκω βραχιόλια στο κρεβάτι μου, έχεις τη γιορτή σου την άλλη βδομάδα και θέλω να σου κάνω το πιο ωραίο δώρο.
Σου πλέκω βραχιόλια στο κρεβάτι μου, έχεις τη γιορτή σου την άλλη βδομάδα και θέλω να σου κάνω το πιο ωραίο δώρο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










