Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Θήτα

Μετς Σάββατο βράδυ. Το μαγαζί γνωστό και αγαπημένο, εγώ με απλωμένα τα πόδια όσο πιο μακριά μπορώ, σχεδόν ξαπλωμένη στην καρέκλα, και ήδη στο δεύτερο ποτό. Χαζολογάω βαριεστημένα με τους απέναντι μου, μέχρι που ανέβηκες στο πεζοδρόμιο. Σε ακολουθούσε ο φίλος που περιμέναμε. Η καρέκλα δίπλα μου κενή. Ήρθες, συστήθηκες και κάθισες δίπλα μου. Άρχισε να παίζει στο κεφάλι μου ''μια φωτοβολίδα μες στη νύχτα σκάει'' (δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ αυτό), τα πόδια μου αυτομάτως μαζεύτηκαν και αναρωτιόμουν αν τελικά είχα πιεί πολύ. Παρήγγειλα αμέσως τρίτο ποτό. Σε παρατηρούσα. Τα γυαλιά σου, τα πόδια σου, τα χέρια σου, τον τρόπο που έπιανες το ποτό. Μου μίλαγες συνέχεια, με ρωτούσες πράγματα, σου απαντούσα πρόθυμα. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο χώρο, δεν έβλεπα κανέναν, ούτε εσύ. Μας διέκοψαν 2 φορές, αν θέλουμε άλλο ποτό και αν θα έφευγες νωρίς όπως είχες πει. Ποτό πήραμε, νωρίς δεν έφυγες. Ξέρω ότι θα ήθελες πολύ να διαβάσεις αυτό που γράφω τώρα. Σχεδόν με παρακάλεσες να διαβάσεις κάτι. Αλλά να, τώρα γράφω αυτό και έτσι ποτέ δε θα μάθεις ότι γίνεσαι κομμάτι του μικρόκοσμου μου. Με ρώτησες γιατί δεν είχα έρθει στο πάρτι του Μαρτίου, δεν θυμόμουν να σου πω γιατί. Ρώτησα κάποιον, μου είπε ότι εκείνη τη μέρα είχα γενέθλια. Λες και θα υπήρχε καλύτερο δώρο από το να σε γνωρίσω. 4 ώρες κάτσαμε δίπλα δίπλα. Η Σκωτία, η Γώγου, το προσφυγικό, το μπάσκετ, η φιλοσοφία, η πολιτική, ο Έσσε, η γιόγκα, η ψυχοθεραπεία, η χώρα που λέω να πάω που είναι η ίδια με αυτή από την οποία γύρισες. Γελάσαμε με τους αντίθετους βίους. Ζήτησες ένα τσιγάρο και ήθελα να σου αγοράσω μία καπνοβιομηχανία. Μιλήσαμε για την περιοχή που μένουμε, κοίταξα με ειλικρινή απορία τον ουρανό, γιατί μένουμε στην ίδια. Πως ποτέ ποτέ ποτέ δεν βρεθήκαμε. Ποτέ δεν θα ήταν η κατάλληλη στιγμή, ίσως ούτε τώρα να είναι. Αλλά σε ξέρω πια. Ξέρω τι θέλω. Ξέρω που θα πάω. Ξέρω ότι μπορώ. Ήταν ξεκάθαρα πεταλούδες αυτό μέσα μου την ώρα που μου ακούμπησες το γόνατο. Από τότε σε σκέφτομαι κάθε μέρα. Και δεν μπορώ να το πω πουθενά. Μιλήσαμε αρκετά για τη γιόγκα, ήξερες πράγματα, ήξερα κι εγώ για τη Γώγου και για το μπάσκετ. Χαμογελούσες συνεχώς και γέλαγες με τις αμήχανες χαζομάρες που έλεγα. Αλλά οι πεταλούδες δε με άφηναν να είμαι κάτι υπεργαμάτο. Κοντά στο σπίτι σου περνάω πολλές ώρες τη βδομάδα, απέναντι έχει ένα κήπο με τριανταφυλλιές. Όταν τελειώνω το μάθημα μου και βγαίνω στο δρόμο, πάω κοντά, τις μυρίζω και θέλω πολύ, αλήθεια, να φωνάξω το όνομα σου και να βγεις σε ένα μπαλκόνι να σε κεράσω άλλο ένα τσιγάρο και σου δώσω ένα φιλί. Γιατί χαίρομαι που υπάρχεις εκεί έξω.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Καμιά φορά, εσύ ξέρεις τις παλιές μου αμαρτίες, όταν δεν νιώθω πολύ καλά παίρνω το αυτοκίνητο, βάζω κάποιο τραγούδι που θα μου ταιριάζει και πηγαίνω σε ένα συγκεκριμένο σημείο όλο ανηφόρες και στροφές και τρέχω. Ανεβοκατεβάζω τις ταχύτητες και βάζω στοιχήματα με το μέλλον μου. Νιώθω ελεύθερη και απόλυτα ασφαλής όσο κρατάω τιμόνι. Ακούω τη μηχανή να φτάνει τα όρια και ξεπερνάω κι εγώ λίγο τα δικά μου. Είμαι ένα με το ''ας γίνει ότι θέλει''. Κάποτε βαριέμαι και γυρνάω. Και σκέφτομαι συνέχεια, σκέφτομαι πολύ από τότε που δεν σου μιλάω. Αναλύω, μετράω, μαθαίνω και σωπαίνω. Μόνο καμιά φορά, όπως τώρα, με πιάνει να γράψω δύο πράγματα. Πιό πολύ σαν οδηγό επιβίωσης. Ομορφαίνουν τα πράγματα όταν παίρνουν απόσταση. Δεν βλέπεις τις λεπτομέρειες, μόνο τις γενικές γραμμές. Και εμείς διαλυθήκαμε από λεπτομέρειες. Πολλές λεπτομέρειες. Δε βαριέσαι. Μαθαίνουμε. Εγώ έμαθα τι δεν πρέπει να ξανακάνω, ελπίζω κι εσύ. Για τους επόμενους ανθρώπους. Αν ο στόχος είναι η σχέση, που σε μένα δεν είναι πιά. Δεν μου αρέσουν οι σχέσεις πια, δεν τις πιστεύω. Πιστεύω στα συναισθήματα που διαλύονται με τις σχέσεις και τις συμβάσεις. Άλλες φορές σε βλέπω στον ύπνο μου, πότε καλά, πότε όχι. Αλλά ξέρω πολύ καλά να τα αναλύω και να καταλήγω σε μένα και επ ουδενί σε σένα, ή την παρούσα σου φάση. Μετά σκέφτομαι τι θα γινόταν αν. Αυτή είναι μία σκέψη παγίδα. Διότι εμπλέκεται και η ανάμνηση που έχει πάρει απόσταση άρα είναι πιό όμορφη. Τις περισσότερες φορές και σε διάφορες φάσεις καταλήγω στο ''ρε γαμώτο θα γέλαγε με αυτό''. Και αλλάζουν τα πάντα γύρω μου και όλο και ομορφαίνουν και είναι καμιά φορά σαν να υπάρχει ένα σκιερό σημείο που θέλω να το φωτίσω και δεν τα καταφέρνω. Είναι αυτόφωτο. Θα φωτιζόταν αν έβλεπε τα μαλλιά μου να μακραίνουν και να παλεύω να τα ισιώσω, αν του έλεγα τα κοσμοιστορικά επαγγελματικά γεγονότα, αν του έδειχνα τα τρία γαλάζια μου φορέματα, αν άκουγε μαζί μου planet of zeus, αν του εξηγούσα τι σχέση έχω πιά με τη γιόγκα και πως εξελίσσεται, αν έβλεπε πόσο γελάω κάθε μέρα και πόσο δε με νοιάζει πιά τίποτα, αν διάβαζε λίγο αυτά που διαβάζω, αν γνώριζε λίγο τους δέκα καινούριους φίλους μου που θα τους λάτρευε, θα είχαν πολλά να πουν ειδικά για μουσική, θα ήταν οι μεγάλοι σου φαν. Δικοί σου ναι. Θα τους μοιραζόμουν περήφανη - δεν είναι και για να κρυφτώ, όλοι ξέρουμε ότι το σκιερό σημείο είναι άνθρωπος, η μάλλον η απουσία αυτού - και τους έχω μιλήσει για σένα, με την απαραίτητη απόσταση και ψύχρα που έχω αναπτύξει. Και δεν ζέστανα την κουβέντα ούτε μετά από ένα μπουκάλι κρασί, δεν λύγισα ούτε λίγο. Απλά θα τους αγαπούσες αλήθεια. Αυτό. Αλλά τους αγαπάω εγώ περισσότερο, και για τους -κάποιους φανταστικούς- ''δυό μας''. 

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016


Θα έρθει ένα πρωί που θα ξυπνήσουμε αγκαλιά, σε καινούρια σεντόνια που θα τα έχω πλύνει με το αγαπημένο μου μαλακτικό. Θα είναι χειμώνας και Σάββατο. Θα χουζουρέψω κάτω από το μπράτσο σου για λίγη ώρα προσπαθώντας να συγχρονίσω την αναπνοή μου με τη δική σου. Θα έχουμε ακριβώς την ίδια θερμοκρασία και τα μαλλιά σου θα κρύβουν το μέτωπο. Θα σου τα στρώσω με ένα χάδι πριν σηκωθώ. Θα κάνω απόλυτη ησυχία. Θα φτιάξω καφέ και τοστ και θα σε ξυπνήσω με φιλιά. Θα φάμε στον καναπέ το πρωινό και θα ακούμε ραδιόφωνο. Θα κάνω μπάνιο και εσύ θα βουρτσίζεις τα δόντια σου και θα ανοίγω την κουρτίνα να σου δείχνω χτενίσματα που θα φτιάχνω με τον αφρό. Μια μέρα θα σε αγαπώ πολύ και θα έχουμε δικό μας σπίτι. Κάπου ήσυχα. Θα έχουμε δύο αυτοκίνητα παρκαρισμένα από κάτω και ένα σκύλο μαζεμένο από το δρόμο. Θα τρέχουμε μαζί 5χλμ την ημέρα, το βράδυ δίπλα στη θάλασσα. Θα μαγειρεύω τα πιο νόστιμα φαγητά, θα μου βάζεις κρασί και θα κόβεις σαλάτα. Θα διαβάζεις πάντα κάτι πιο βαρύ από αυτά που προτιμώ. Θα κάνω γιόγκα 2 φορές την εβδομάδα και θα έχω εκείνο το πανάκριβο μωβ ματ που έχω ερωτευτεί. Θα γελάς κάπως όταν θα σου δείχνω τις στάσεις της γιόγκα. Θα με πηγαίνεις στο γιατρό όταν χρειάζεται και θα πηγαίνουμε βόλτα όταν έχω άγχος. Θα ξέρεις πότε έχω άγχος. Θα καταλαβαίνω τα πάντα σου, χωρίς να πεις λέξη. Την απολογία, την αγανάκτηση, την αγάπη, την απογοήτευση, την έλλειψη, την καθημερινή σου κούραση. Θα είμαστε μαζί. Θα σου κρατάω το χέρι πολύ ώρα, το υπόσχομαι. Θα είμαι δοτική, το υπόσχομαι. Θα σε συμβουλεύομαι, το υπόσχομαι. Θα σε ακολουθήσω παντού, γιατί ξέρω πως θα με πας κάπου καλύτερα. Θα κάθεσαι να σου μιλάω για τις παραστάσεις που θα πηγαίνω και κάποιες φορές θα έρχεσαι μετά από αυτές να τρώμε μαζί. Θα αγαπάς τους φίλους μου όπως εγώ και εγώ τους δικούς σου. Θα έχουμε σπίτι ανοιχτό σε όποιον θέλει να γελάσει μαζί μας ή να δει ταινία ή να παίξει επιτραπέζια και πόκερ. Θα σε νοιάζει αν έχει νερό το ψυγείο του αυτοκινήτου μου και θα το κοιτάς όταν θα πρέπει. Θα με νοιάζει αν έχεις αφρόλουτρο και αποσμητικό και αν σου έχω πλύνει όλα τα τισερτ. Θα είμαστε δύο κοινοί κοινότατοι άνθρωποι μέσα σε ένα πλήθος κοινών ανθρώπων. Όλα θα είναι, ίσως, κάθε μέρα τα ίδια. Αλλά θα σε αγαπώ και θα με προσέχεις και θα σε σέβομαι όσο τίποτα ποτέ. Και θα θέλω, θα με νοιάζει, θα προσπαθώ, θα χτυπιέμαι, να είσαι ευτυχισμένος.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Ήταν ωραία. Ήταν ο τόνος της φωνής σου όταν έλεγες στο τηλέφωνο ότι έχουν καλέσει λάθος. Άκουγα όλες τις στροφές που έκανε η γλώσσα σου λέγοντας ''έχετε καλέσει λάθος, καληνύχτα σας''. Τόσο κοντά μου, τόσο οικεία. Κάναμε αυτά που κάνουν και οι άλλοι. Φάγαμε σουβλάκι και χαζεύαμε φωτογραφίες. Φόραγες τα γυαλιά και σου είπα ότι θέλουν καθάρισμα. Τόσο κοντά μου, τόσο οικεία. Ο καναπές με ρούφηξε. Δύο ζευγάρια πόδια, πότε απλωμένα ευθεία μπροστά, πότε στο πλάι, πότε οκλαδόν, πότε το ένα πάνω στο άλλο. Από τη στάση των ποδιών μας ίσως καταλάβαινε ένας τρίτος αν είχαμε φουρτούνες ή μπουνάτσες. Και ήθελα να σου μιλήσω για αυτό το πράγμα με τα χέρια που πάντα συμβαίνει. Σαν σιαμαία που ξεχαστήκαμε ενωμένοι στα χέρια. Λες και κλειδώνουν εκεί όλα. Δημιουργείται ένας απειροελάχιστος, καλά οξυγονωμένος, συμπαντικός χώρος και εκεί χωράμε το λίγο χρόνο, τις άπειρες συζητήσεις, το πόσο με αγαπάς και τα λάθη που κάνουμε. Και όλα αυτά, καμιά φορά, χωρίς να μιλήσουμε καθόλου. Όπως την τελευταία φορά, που σε έπαιρναν τηλέφωνο και έλεγες ότι πήραν λάθος. Δεν μιλούσαμε μεταξύ μας. Με κοίταζες με τα κατακόκκινα μάτια σου και μου κράταγες το χέρι. Έκανες ότι μου το κράταγες. Εγώ σου το κράταγα πιο πολύ. Μέχρι που κοιμήθηκες. Άφησες πάνω μου την εξαντλητική σου μέρα, ώρα 22:00 κοιμόσουν ήδη. Σηκώθηκα γιατί είχα κρυώσει απο την ακινησία, τυλίχτηκα με την κουβέρτα και περπάτησα με τις κάλτσες ως την κουζίνα να αφήσω τις κούπες από το τσάι. Γυρνώντας σταμάτησα και έμεινα όρθια να παρατηρώ που βρίσκομαι και τι κάνω. Αριστερά το πιάνο, δεξιά η τραπεζαρία, η πιό ωραία του κόσμου, κουρτίνες μισοτραβηγμένες, τηλεόραση κλειστή πάντα, δύο παραμύθια στο τραπεζάκι, κράνη και αθλητικά παπούτσια, προσπέκτους για έπιπλα, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ψιλά για τα ντελίβερι,  καναπές που πάνω του κοιμόσουν σε μία ανορθόδοξη στάση. Ήρθα και σε σκούντηξα ''πας στο κρεβάτι? θα πιαστείς εδώ.''. Σηκώθηκες σαν να ζύγιζες ένα τόνο πήγες στο μπάνιο να βουρτσίσεις τα δόντια και πήγες στο κρεβάτι. Και λέω κοίτα που είμαστε κιόλας εδώ. Να μην θεωρούμαι εισβολή, να ξέρω που είναι το τσάι και οι κούπες, να θυμάμαι πως είναι το σακάκι το καλό, και τι μου έχεις πει να σου λέω πριν τους αγώνες. Είναι αυτές οι φορές που με παίρνεις να μου πεις ότι έχασες τα κλειδιά σου, ότι έκλεισες εισιτήρια για το επόμενο σου ταξίδι, ότι άνοιξε καινούριο εστιατόριο, ότι ο αδερφός σου θα μεταναστεύσει, ότι πεινάς, ότι πονάς, ότι έκανες ράμματα στο σαγόνι. Και είναι αυτές οι φορές που κάθομαι και τα ακούω με τρομερό ενδιαφέρον. Και ακόμα και τότε κάτι φωνάζει μείνε. Πάντα κάτι φωνάζει, κόντρα σε αυτά που τελικά κάνουμε. Που φεύγουμε στο τέλος εννοώ. Λες το αύριο θα έρθει σίγουρα.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Πριν κάμποση ώρα ήμουν σε μπαρ και έπινα κρασί. Σκέφτηκα ότι θα μετρήσω πόσες μέρες δεν είμαι εκεί. Πριν μπω στο μπαρ εκεί στο Μοναστηράκι συνάντησα τυχαία ένα φίλο αγαπημένο και τον έπιασα αγκαζέ να πάμε να βρούμε την υπόλοιπη παρέα. Μετά μίλησα πολύ και δεν έβγαλα το κινητό να τις μετρήσω. Συζητούσαμε πολύ ώρα, για τις παραστάσεις που θα πάμε, για τη Θεσσαλονίκη που θέλω να πάω σύντομα - δεν ξέρω γιατί - γενικώς ένα ευχάριστο κλίμα. Μετά από δύο ώρες είπε να φύγει. Άλλωστε δεν ήταν προγραμματισμένο. Είναι πολύ ψηλός και αυτός. Του ζήτησα να αγκαλιαστούμε λίγο. Πρότεινε τα χέρια του με προθυμία. Ησύχασα. Έχω φίλους. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα πολύ ψηλό σώμα με αγκάλιασε για λίγα δευτερόλεπτα μέσα στους καπνούς από τα τσιγάρα. Περίμενες ποτέ να γράψω τέτοια πράγματα? Εγώ όχι. Αλλά γίνεται. Η ζωή είναι μικρή για να μη λέω ότι θέλω. Ότι νιώθω. Η ζωή είναι πολύ μικρή γενικώς. Οπότε θα λέω ότι θέλω. Και θα εκφράζω την αγάπη μου όλο και περισσότερο γιατί θαρρώ όταν θα φύγουμε από δω η αγάπη που εκφράσαμε, που δείξαμε θα αφήσει ένα τόσο δα αποτύπωμα. Όχι τα πείσματα ούτε οι εγωισμοί, ούτε οι άσχημες κουβέντες. Που λες, χθες το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί ήταν πολύ κρύα τα πόδια μου, όχι μόνο οι πατούσες, όλο το πόδι. Και μου φάνηκε περίεργο γιατί είχα κάνει πολύ γυμναστική και συνήθως μετά κοιμάμαι αμέσως χωρίς να με ενοχλεί τίποτα. Σήμερα το πρωί που το ξανασκέφτηκα, κατέληξα ότι κάποιοι άνθρωποι κρυώνουν και από μέσα. Και αυτό θέλει επιδέξιους χειρισμούς. Δεν σώζεται με ένα καλοριφέρ ή με μάλλινες κάλτσες παρότι ξέρεις ότι μου βρίσκονται άπειρα ζευγάρια τέτοιες. Τις φόραγα και εκεί. Με τις μπέρτες. Και γέλαγες και με κορόιδευες και μου άρεσε. Και μετά θα σου έλεγα ''πάω για ύπνο'' και εσύ ''όχι ακόμα'' και εγώ ''ωωω δεν μπορώ άλλο πάω'' και εσύ ''τελειώνω το γκέιμ και έρχομαι'' και ερχόσουν 2-3 ώρες αργότερα αλλά ποτέ δεν με ενοχλούσε πραγματικά. Γκρίνιαζα για να είμαστε involved. Αλλά το ξέρεις και αυτό. Οι άνθρωποι κρυώνουν πριν κοιμηθούν, καμιά φορά και το καλοκαίρι. Δεν ήταν ποτέ τα υφάσματα που όριζαν τη θερμοκρασία μας, ούτε καν οι εποχές. Τα σώματα ήταν.

Καμιά φορά σκέφτομαι, συμβαίνει στ' αλήθεια αυτό? Το κάνουμε στ' αλήθεια?