Παρασκευή 15 Μαΐου 2009


Το.................................δέρμα..
.
.
.
.......................μου
.

...πονάει

...................................όταν......................δεν

.
.
υπάρχει .
.

.. ...................μόνο
.
.

........για..................το............δικό

..
.
.
σου.

Τρίτη 12 Μαΐου 2009


Ταλαιπωρώ το χέρι μου γράφοντας για αεροδρόμια και ότι η Αμερική είναι ωραία - το σύμπαν δεν υπάρχει - χαιρετίσματα και ξεχνώ ότι ο μήνας μου είναι σε εξέλιξη. Ο Μάιος. Είναι αυτές οι μέρες που τα μεσημέρια με μισόκλειστα μάτια χαζεύω το κίτρινο φως απο τις γρύλλιες του παραθύρου. Σκέφτομαι ότι το πάπλωμα πρέπει να το κάψω και παραφορτώνω τα ποτήρια με παγάκια. Η ντουλάπα αρχίζει να χρωματίζεται και ο καπνός απο το τσιγάρο κινείται ανάλογα με τον αέρα και δεν έχει πιά μόνο ανηφορική χειμωνιάτικη πορεία. Τα πεζοδρόμια γίνονται πρώτης τάξεως τραπέζια και η ανησυχία είναι για το αν δεν πρέπει να πίνω κάθε μέρα mojito. ' Η θερμοκρασία στους τριάντα βαθμούς ' και το σώμα μου σέρνεται σε ένα λίγο πιό ανθρώπινο χώρο εργασίας. Περπατώντας στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ σπαταλάω χρόνο μπροστά στο ράφι με τα αντηλιακά ανοίγοντας όλα τα μπουκαλάκια να θυμηθώ ποιό είναι αυτό που μοσχοβολάει καρύδα. Στα όνειρα μου φοράω φορέματα χρωματιστά και τα χέρια μου αρχίζουν να γεμίζουν με κάθε λογής χαιμαλιά. Βάζω στοιχήματα για τον αριθμό που θα φέρω στα άκρα μου μέχρι τον Οκτώβρη. Άνοιξη μπορεί να σημαίνει ότι βρίσκω φράουλες στο ψυγείο και μπουκωμένη με αυτές προσπαθώ να γίνω κατανοητή κλείνοντας ραντεβού σε ένα πεζούλι σε 3 ώρες. Άνοιξη μπορεί να σημαίνει και ότι σκέφτηκα απο τώρα που θα σε πάω όταν σταματήσεις να πήζεις.
.
.
Η Αμερική δεν υπάρχει. Το σύμπαν ζεσταίνεται. Και εγώ θα σε πάω σε εκείνο το μπαρ που κατεβαίνεις το χωματόδρομο, κάθεσαι σε κάτι ξύλινες τάβλες που βρίσκονται -ω ναι- πάνω απο τη θάλασσα.
.
.
---- King Harvest - Dancing in the moonlight ----

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

.
.
Υπάρχει μία χαραμάδα ανάμεσα σε δύο γραμμές που αν ήμουν ζωγραφιά θα μπορούσες να ακουμπήσεις, ασυναρτησίες - λέω πιάνοντας τον αναπτήρα. Κάποτε έγραψα ότι βρίσκεσαι φυλακισμένος στη χαραμάδα του χρόνου και ότι ανάμεσα μας θα βρίσκεται πάντα η θάλασσα. Θα ήθελα να υπάρχει μία πίστα που αν την περνούσα να μπορούσα να σε κέρδιζα. Κοιμάμαι κανονικά το βράδυ μόνο που όταν ξυπνάω δεν είμαι ποτέ στο κρεββάτι μου. Υπεργείως κατευθυνόμενες κλωστές με τραμπαλίζουν σε ένα όμορφο -μα κρύο- αύριο. Χιλιάδες βράδια το έσκασα περνώντας ανάμεσα απο τοίχους, πηδώντας πάνω απο καμινάδες ευτυχισμένων σπιτικών που μύριζε φρεσκοψημένο κέικ, ακούγοντας τα ξύπνια σκυλιά να χαζολογούν και έναν χοντρό κεραμιδί γάτο να με καληνυχτίζει και να μου λέει 'πρόσεχε μην πέσεις'. Ισόποσες χιλιάδες πρωινά γεννήθηκαν βασανιστικά κενά μνήμης. Ενώ ξεσκόνιζα τις πυτζάμες μου απο κάτι μικρές τρίχες ξανθού ζώου. Το μόνο που ήθελα να σου πω είναι όταν κλείνω τα μάτια μου ονειρεύομαι μία άδεια βαλίτσα κάνοντας check in σε φουτουριστικά αεροδρόμια του κόσμου. Και αυτό είναι όλες μου οι αναμνήσεις απο τα χιλιάδες χρόνια που 'μας' ξέρω. Ότι πάντα θα φεύγω έχοντας αφήσει ότι με αποτελεί 'εκεί'.
.
.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

Όταν τα πόδια σου στέκονται μουδιασμένα κάτω απο ένα γραφείο δεκατρείς ώρες την ημέρα... Και όλες τις εποχές τις βλέπεις να αλλάζουν μέσα απο ένα βρώμικο τζάμι.
Όταν ο καφές πίνεται πάντα 2 ώρες αφού έχει φτιαχτεί...Και νιώθεις ότι δεν κατεβαίνει γουλιά. Όταν έχεις μόνιμο πονοκέφαλο και στο πρώτο συρτάρι σου βρίσκονται παρακεταμόλες... Όταν είσαι πάντα ο αποδέκτης παραπόνων... Όταν σκέφτεσαι τη μαμά σου τις ώρες εκείνες και τις θυμώνεις με ένα τρόπο δικό σου... Όταν δεν γουστάρεις να πεις καλημέρα σε κανέναν και για κανένα λόγο... Όταν αναγκάζεσαι να την πεις και κάπου εκεί σε σιχαίνεσαι κιόλας... Όταν δεν μπορείς να νιώθεις όμορφη... Όταν δεν προλαβαίνεις να πας ούτε στον γιατρό...
.
Τότε η ευτυχία είναι ένα παλιό χαλασμένο παιχνίδι που σε κάποιο υπόγειο αποσυντίθεται.
.
.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

.
.

Να αναπνέω τα χέρια σου. Στα τέσσερα. Και μετά να βυθίζονται στο στόμα μου όλα τα μυστικά σου. Να κολλάω το αυτί μου στη γρατζουνιά που έχεις στο μπράτσο και να λέω πως ακούω μία ξεκούρδιστη κιθάρα. Αγκομαχώντας σαν λυσσασμένα σκυλιά να φτάνουμε σε μία κορυφή ξυπόλητοι, ενώ θα ζούμε τη ζωή σε πεντάλεπτα ενωμένα στην κοιλιά μου. Θα μετράμε τις ώρες με δύο στοματικές κοιλότητες που δεν έχουν και πολλά να πουν πέρα απο ένα όνομα και έναν αριθμό τηλεφώνου. Κάθε ξημέρωμα θα σε ρωτάω τι λουλούδι είσαι και απο που αγοράζεις τη λιακάδα σου. Κάπου εκεί ίσως ξεκινήσουν όλα και συνεχίσουμε τις κανονικές, ρυθμισμένες ζωές μας, σε κάτι ξεχασμένα πάρκινγκ που θα μου συστήνεσαι κάθε φορά άλλος, ενώ όλα τα βράδια θα κάνει αρκετό κρύο για να μείνουμε μόνοι.
.
.