Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

House is not a home. (καμία σύνδεση με ό,τι ακολουθεί)

*Τελειώνει. Μία γουλιά έμεινε. 10 μήνες θα περιμένεις ξανά να ωριμάσει το επόμενο για να το σερβίρεις. Σε χούφτες αλμυρές.
*Σκέφτομαι μήπως τελικά φτιάξω ένα ποστ με όλα τα τραγούδια που άκουσα φέτος. Αυτά που αγάπησα.
* Μετά ίσως να ξεχωρίσω ένα. Γιατί θυμάμαι κάτι μικρό, τόσο δα, να συνοδεύεται με αυτό. Ενα μπλέ φως πάνω σε ένα πρόσωπο. Τα μικρά χαζά καθημερινά πράγματα που γίνονται τόσο καινούρια.
* Ζωγράφου, Παγκράτι, Καισαριανή, Γκάζι, Μαλακάσα, Σούνιο. Μουσική.
* Έμαθα διάφορα για τη μηχανή του αυτοκινήτου μου, έμαθα να μοιράζομαι, έμαθα να δίνω, να προσέχω, να είναι ένας άνθρωπος πάνω απο όλα και όχι μία ευχάριστη κατάσταση. Καμιά χαρά που πηγάζει απο το εγώ, δεν κρατάει παραπάνω απο τη διήγηση της. Ενώ το εμείς...
* Πληρότητα ξέρεις άραγε τι είναι?

Το καλοκαίρι πέρασε και κανείς δεν γλιτώνει απο βέβαιη κατάθλιψη. Ιδανικοί αυτόχειρες όσοι συνάντησα στην εθνική να οδηγούν υπνωτισμένοι. Είναι αλήθεια λυπηρό να πρέπει πάντα να γυρνάμε σε ότι δε γουστάρουμε. Άνθρωποι αγχωμένοι. Που πεθαίνουν έντεκα μήνες για να να κάνουν τρεις πλύσεις στομάχου σε ένα μήνα διακοπών. Δυστυχώς ξέρω πολλούς τέτοιους. Βλακείες γράφω. Άλλωστε το καλοκαίρι μου δεν είναι για γράψιμο. Κάποιοι το έζησαν απο κοντά. Εμένα μόνο ένα αλτσχάιμερ μπορεί να μου το πάρει. Η ώρα δύο το μεσημέρι και ο αέρας έξω ρίχνει της γλάστρες. Σπίτι ''μου''. Σπίτι ''μας'' δεν έχει γλάστρες. Έχει όμως ένα άλλο είδος ζωής. Το συναρπαστικό κόσμο των διπλών πραγμάτων. Αυτή την αλκοολούχα αναπνοή και τα γεμάτα τασάκια. Τις φιάλες στο ψυγείο και τα γυμνά πόδια. Μία σημαντική εντεκάδα και κίτρινα post-it χωρίς to do list. Μόνο αποφθέγματα χαζά, στιγμιαία. Μα αληθινά πολύ. Θα ζωγραφίσω το χέρι μου, το αποφάσισα. Θα έχω και το ψάρι μου μαζί παντού. Θα γεράσω με ένα ψάρι στο δεξί μου καρπό. Ο χειμώνας δεν ξέρω τι θα φέρει. Ξέρω ότι τις Κυριακές το πρωί θα κάνω ταξίδια. Δύο μέτρα είναι η απόσταση. Αργά και βασανιστικά θα τη διανύω. Απο το μέτωπο στις φτέρνες και πάλι πίσω. Ναι.
.
Και αυτό για καλό φθινόπωρο:
Viza - Breakout the violins.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Πτήση


Ο ήλιος χαιδεύει μόνο τους ευτυχισμένους ανθρώπους. Τα ξαπλωμένα κορμιά στην παραλία. Αυτούς που τα απλά τα κάνουν πολλά και γεμίζουν το μέσα τους. Μπαίνει απο τους πόρους τους η ζεστασιά, γιατί απο πάντα ζούσαν με ανοιχτές όλες τις πόρτες. Αυτούς που είναι για πάντα ερωτευμένοι με ένα χαμόγελο και κάθε βράδυ το κρύβουν κάτω απο το μαξιλάρι για να μην τους το πάρει πίσω κανείς. Μία τεράστια κόκκινη νότα χοροπηδάει στο μπαλκόνι και τρέχω να της ανοίξω να φτάσει μέχρι τη δική μου κορυφή και να την κατακτήσει. Ο ήλιος χαιδεύει τη μουσική που έρχεται απο τις φλέβες σου και σκάει με φόρα στα σκονισμένα σου φτερά. Απο καιρό πετάς πάνω απο το κρεββάτι σου και προσγειώνεσαι ξανά σε αυτό γιατί κανείς δεν σου έμαθε να πετάς χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ένα ''μάλλον'' τελειώνει τις πιό όμορφες προτάσεις που συντάσσεις. Ο έρωτας να πέφτει στα μαλακά. Γιατί είναι πολύτιμος και εύθραυστος και καμία σχέση δεν έχει με ότι μέχρι τώρα έχεις δει. Εγώ ξέρω τι έχει πίσω απο τα δόντια. Χύνεται και χορεύει μπροστά στα μάτια μου όταν ξυπνάω. Παίρνει χρώμα κίτρινο και μυρίζει ροδάκινο. Είναι πάντα συνοδηγός εκεί που μυρίζει θυμάρι και ο ουρανός είναι μωβ. Ο ήλιος υπάρχει εκεί που οι άνθρωποι εκπλήσσονται κάθε μέρα. Εκεί που λένε γειά και ποτέ δεν είναι τελευταίο. Εκεί που οι άνθρωποι περιμένουν να ξαναβρεθούν, να ξανακοιμηθούν, να ξαναξυπνήσουν, να ξαναμιλήσουν, να ξαναγαπηθούν, να ξαναονειρευτούν, να ξαναείναι. Ο ήλιος φΥλάει αυτούς που η κάθε μέρα τους είναι η προηγούμενη πρόταση. Και είναι το απλό που γυρνάει πίσω εκείνη την εξορισμένη λέξη ''πλήρης''.
.
.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

παρΟΔΙΚΗ

Τις ανηφόρες φοβόμουν. Στις πρώτες δειλές διαδρομές τις απέφευγα. Πήγαινα απο αλλού. Μετά απο καιρό το ξεπέρασα. Παντού πηγαίναμε μαζί. Κάθε πρωί ένα καλοκαίρι η διαδρομή Βριλήσσια - Νέα Σμύρνη ήταν η αγαπημένη μου. Τη νύχτα που το χρειάστηκα, δεν ήταν εκεί. Φορτωμένη με πέντε τσάντες πήρα ταξί. Δεν του κράτησα κακία, όχι.
Μία άλλη περίοδο το στρίμωχνα σε στενά του κέντρου και πάντα με σεβασμό προς τους άλλους οδηγούς. Όλοι το αγάπησαν έτσι. Κανέναν δεν ενόχλησε ποτέ. Ένα απόγευμα το πήγα βόλτα στη Νέα Μάκρη, ήπια λίγο παραπάνω αλλά ήμουν σε καλύτερη κατάσταση απο την παρέα μου. Στην επιστροφή είχε στροφές και κατηφόρες, δεν ήθελε πολύ. Δεν υπολόγισα, ο συνοδηγός κοιμόταν κιόλας, φρένο, γλιστράει, πρώτη ταχύτητα, σωθήκαμε. Με έσωσε, αυτό. Αυτό το άψυχο πράγμα, με κολλάρα, πιστόνια, σιαγόνες, ταμπούρα και όλες αυτές τις άσχημες λέξεις που το χαρακτηρίζουν. Πρώτη φορά ζημιά. Και μοναδική.
Μετά ήταν το αμάξι της Χρύσας. Κανείς άλλος δεν το οδηγούσε. Μόνο εγώ του έδινα όλα αυτά που ήθελε. Αγάπη, ωραία μουσική και το γιατρό του.
Δύο φορές μετά απο πολύ σκέψη, έκατσα στη θέση του συνοδηγού. Δεν ήθελα. Ούτε αυτό. Η οδήγηση τρομακτική. '' Σε παρακαλώ, μην τα κάνεις αυτά ''. Το δικό μου αυτοκίνητο δεν ήταν ποτέ συμφιλιωμένο με το μάγκικο γκάζι. Δεν το έβριζαν ποτέ στο δρόμο. Ούτε δημιουργούσε κινδύνους. Δύο διαδρομές έφτασαν, στα χέρια ξένου, να μου θυμώσει για πολύ καιρό. Έβλεπα πολλές χιλιάδες στροφές και καθρέφτες να περνούν ξυστά. Δεν μπορείς πάντα να μιλάς στον οδηγό. Ναι, υπάρχουν αυτές οι στιγμές που κάνεις το γύρο του θανάτου βλέποντας το τιμόνι υπο την κατοχή θολωμένων ματιών και άγνοιας κινδύνου.
Πάλι για μένα το έκανε και δεν υπέκυψε στις ορέξεις κανενός. Εμένα έσωσε.
Τώρα είναι πάλι στο γιατρό. Θα ζήσει μου είπαν. Και θα ξανακάνουμε μαζί, και μόνο μαζί, όλα αυτά που έχουμε ονειρευτεί.
Θα είναι για πάντα το αυτοκίνητο της Χρύσας και θα έχει πάντα ένα πορτοκαλί ψάρι, κρυμμένο στο πορτ-μπαγκάζ. Χώρος μεγάλος και φιλόξενος για το alter ego μου.
.
.
.
.
*Χρώσταγα ένα κείμενο σε έναν αγαπημένο άνθρωπο για το αυτοκίνητο μου, τώρα το νιώθω πιό πολύ απο ποτέ. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, όπως παλιά.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

km

Η θέα της Ακρόπολης, το σπίτι του Πέτρου που πάντα λείπει, τύμπανα και πλαστικές κιθάρες, η Έμιλυ που με αγαπάει, ο Πάβελ που τσιρίζει, η φάτσα μου το πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου, λίγο καλύτερη, γάλα κρύο κάθε μέρα, με καφέ και ζάχαρη, ο κύριος Δημήτρης με τις μπουγάτσες του στις 4 το πρωί, μουσικές πολλές, ατέλειωτες μουσικές, άγριες και όμορφες, να τις ακούς και να φιλιέσαι, μαύρες μπλούζες παντού, δύο στενά γνωστή διαδρομή, μήνυμα ''έφτασα'' όταν δεν μένω, σχέδια θολά, φοβισμένα, μουσική ξανά, πολικό ψύχος στο υπνοδωμάτιο, πιό κοντά είμαστε, αστεία και ονόματα βαφτιστικά, δόντια πάνω στο κεφάλι, στα μάγουλα, στο λαιμό, μύτες συσπώνται και ρουφούν ορμόνες και χθεσινή κολώνια.
Η θέα της ντουλάπας μου, τα ρούχα μου πεταμένα στην πολυθρόνα, αράζω κάτω απο τη λεμονιά και ακούω ''ένα απο τα όσα'', θα πάω εκεί απόψε, τα αφρόλουτρα μου, μία φωτογραφία καινούρια στο κινητό, ταίζω το γάτο δύο φορές τη μέρα, πάω στη δουλειά, γυρνάω απο τη δουλειά, κοιμάμαι δύσκολα, βραδιάζει, φεύγω, πάω πάλι εκεί, θα χτυπήσει το τηλέφωνο, θα χαμογελάσω, θα χτυπάει λίγο πιό δυνατά, όχι το τηλέφωνο, θα μιλήσω λίγο, δεν θα πω τίποτα απο τα ''όσα'', τα νιώθω όμως όλα, υπέρβαρη θα νιώθω απο ένα εκατομμύριο λέξεις πνιγμένες στο διάφραγμα, όχι ατροφικές, δυνατές, τονισμένες, απο αυτές που θέλουν σταθερή φωνή και μάτια για να ακουστούν, χωρίς να κοιτάς ταβάνι, ούτε πάτωμα, ούτε πίσω απο τον απέναντι ώμο, θέλουν ένα πόλεμο αληθινό και τότε ίσως σαν γνήσια αναρχικά όντα να αρχίσουν να χύνονται πάνω στα χείλια και στήθος με στήθος, νικώντας αυτές τις μηδενικές στιγμές που κάνουν ουλές στο πιό κόκκινο χρώμα.
.
.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Σήμερα ήταν σαν να μην είχε κοιμηθεί. Μόνο μία ώρα και αυτή ήταν σαν αγρίμι. Στριφογύρναγε στο κρεββάτι, έψαχνε τη μυρωδιά, ακουμπούσε ήσυχα στο λαιμό του μην τον ξυπνήσει. Καμιά φορά την έβρισκε. Στο στομάχι της χόρευαν όλα τα κίτρινα νερά που είχαν ξεδιψάσει όλα αυτά που δεν έπρεπε να πει. Θα ήθελε να πάει πίσω κάποια χρόνια και να καθαρίσει μιά για πάντα όλα τα αγγίγματα, φλερτ, αγάπες, χωρισμούς. Ήθελε να τα μάθει όλα ξανά. Σαν να μην τα είχε κάνει ποτέ. Να ανακαλύψουν τον κόσμο σαν νεογέννητα συναισθηματικά καθάρματα*.

.
Ξύπνησε ιδρωμένη και άρχισε να μετράει τα βήματα της μέχρι την κουζίνα. Δεν θα τα κατάφερνε σήμερα, το ήξερε. Έτρεμαν τα πόδια της και το κεφάλι της έκαιγε. Έβαλε γάλα και χάζεψε τη θέα απο το παράθυρο της κουζίνας. Βούρτσισε επιμελώς τα δόντια της και φόρεσε ρούχα. Τον ένιωθε ακόμα σαν να ήταν μέσα της. Σαν να τον είχε κλειδώσει. Άκουσε το σώμα του να τρίβεται στα σεντόνια και χαμογέλασε.

.

Του ψιθύρισε μιά καλημέρα και ένιωσε όλη την αδικία του κόσμου που δεν μπορούσε να μείνει μαζί του στο κρεββάτι μέχρι αργά το απόγευμα. Σκέφτηκε να του αφήσει άλλο ένα σημείωμα στον καθρέφτη μα χρόνος δεν υπήρχε. Ίσως μετά να ξέχασε αυτό το δίστιχο που ήθελε να του γράψει.

.
Ίσως κάποτε να το ξαναθυμόταν. Κάποια άλλη φορά που θα κρεμόταν απο πάνω του σα γκρινιάρικο μωρό για να μην πάει στη δουλειά.
.
.
.
.
* Ευχαριστώ πολύ Χνούδι για τις λέξεις αυτές.