Ο Σάλιαγκας κι ο Μάλιαγκας
Μουσική/Στίχοι: Άσιμος Νικόλας
Σε δείχνω με το δάχτυλο
Είσαι το πιο όμορφο κουμάσι, μωρό μου
Είσαι το ξέρω κουφάλα
Μα έχεις τόση ομορφιά...
Απάνω στα τριανταδυό
Συνάντησα και γω το θάνατο
Μα το κρατάω μυστικό
Πως μ’ έδιωξε κι αυτός γι’ αδιάβαστο.
Μια απόφαση χρειάζεσαι
Και μην πολυπαραμυθιάζεσαι
Όλα στον κόσμο ψεύτικα
Ακόμα και που σ’ ερωτεύτηκα.
Δεν θέλω άνθρωπο να δω
Αλερετούρ ζωής, ταξίδια θανάτου,
Άγγελος είμαι του κόσμου
Την έχω κάνει τη ζημιά.
Ο Σάλιαγκας κι ο Μάλιαγκας
Για ένα χαζό καβούκι μάλωσαν,
Να βγει το μέσα έξω σας
Και ας εμένα με ξαναμπαγλάρωσαν.
Λαμπόγυαλο τα κάνατε
Τη δόλια τη ζωή ξεκάνατε
Γκρεμίστε τα τρελάδικα
Και κάντε τα χοροπηδάδικα.
Το καλοκαίρι με παλτό
Και το χειμώνα μου γυρίζεις τσιτσίδι
Κι όλο να φύγεις σε σπρώχνω
Μα μ’ έχεις πάρει από κοντά...
Αρρώστεια μου, σε αγαπώ
Και ας με βρίσκεις παρακατιανό.
Μπορεί και να την ψώνισα
Δεν φταίω που δεν αυτοκτόνησα.
Αντίστροφα κι ανάλογα
Τα λογικά και τα παράλογα
Ας μου ‘λεγες ν’ αραίωνα
Δεν ζούμε πλέον στο μεσαίωνα.
Ο Σάλιαγκας κι ο Μάλιαγκας
Για ένα χαζό καβούκι μάλωσαν,
Να βγει το μέσα έξω σας
Και ας εμένα με ξαναμπαγλάρωσαν.
Λαμπόγυαλο τα κάνατε
Τη δόλια τη ζωή ξεκάνατε
Γκρεμίστε τα τρελάδικα
Και κάντε τα χοροπηδάδικα.
(ευχές, ευχές, ευχές )
και πονηρό κλείσιμο ματιού στα καλύτερα που είναι πάντα μπροστά. Σε όλους μου τους φίλους. (Για τη Στέλλα, το Γιώργο, την Κωνσταντίνα, τον Πάνο, τον F, το Αερικό, τον Γιάννη, τον Κώστα, την Ντέμη και όλα τα¨υπέροχα παιδιά που κάτι, κάποτε, με κάποιο τρόπο μοιραστήκαμε και το κάναμε πιο ελαφρύ, πιο χαζό, πιο θλιμμένο, πιο δικό μας...
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007
Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007
εσύ δεν ήσουνα που έκλαιγες για αγάπη?
μισώ το τηλέφωνο, δεν θα σε ξαναπάρω
θέλω να κλάψεις, να μου πεις πως μ΄αγαπάς
πως χωρίς εμένα δεν μπορείς γιατί ούτε εγώ μπορώ.
και θέλω να' ρθεις.
αλήθεια θέλω
και μου λείπεις, τόσο που καμιά φορά δεν αναπνέω
και όταν στο λέω γελάς
και δεν σε βλέπω και μόνο σ΄ακούω
και θέλω να στο κλείσω αλλά ποτέ δεν στο κλείνω
και πάντα ξαναπαίρνω να πω τελευταία λέξη
που ποτέ δεν είναι.
και θέλω να σε πληγώνω για να κλαις και να ξέρω πια πως μ΄αγαπάς κι εσύ
και όταν μου λείπεις δεν αναπνέω, πίστεψε το πια.
δεν θα σε ξαναπάρω
όταν έρθεις θα σε δω και θα περιμένω να΄ρθεις εσύ
μια φορά
πρώτος εσύ
και ν΄αφεθείς
πρώτος εσύ
και να γελάω για πάντα
και να μην με νοιάζουν τα βουνά που μας χωρίζουν
και να μην με νοιάζει τίποτα
και να μην γκρινιάξω ποτέ ξανά
αλλά μια φορά
πρώτα εσύ
πες
2 λέξεις
2 λέξεις να ξαπλώσω πάνω τους και να τις χαιδεύω το βράδυ πριν κοιμηθώ
και δεν θα σε ξυπνάω πια
και θα ξυπνάω
ν΄ανάβω τα πούρα σου για να βρομάει το σπίτι
και θα ξυπνάω
ν΄ανάβω τα πούρα σου
για να ευωδιάζω εγω
και να γυρνάω και να βλέπω
και να γυρίσεις και να σε δω
και όταν γυρίσεις να μ΄αγαπάς
ή μάλλον για μια φορά, πρώτος εσύ
να μιλήσεις
για την πρώτη σου φορά και για τη μαγική δική μου
2 λέξεις
γραμμένο για όλα αυτά που δεν είπαμε σ'ολους αυτούς που έπρεπε να μάθουν
τίτλος δανεικός απο το 'υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ' των πυξ-λαξ
θέλω να κλάψεις, να μου πεις πως μ΄αγαπάς
πως χωρίς εμένα δεν μπορείς γιατί ούτε εγώ μπορώ.
και θέλω να' ρθεις.
αλήθεια θέλω
και μου λείπεις, τόσο που καμιά φορά δεν αναπνέω
και όταν στο λέω γελάς
και δεν σε βλέπω και μόνο σ΄ακούω
και θέλω να στο κλείσω αλλά ποτέ δεν στο κλείνω
και πάντα ξαναπαίρνω να πω τελευταία λέξη
που ποτέ δεν είναι.
και θέλω να σε πληγώνω για να κλαις και να ξέρω πια πως μ΄αγαπάς κι εσύ
και όταν μου λείπεις δεν αναπνέω, πίστεψε το πια.
δεν θα σε ξαναπάρω
όταν έρθεις θα σε δω και θα περιμένω να΄ρθεις εσύ
μια φορά
πρώτος εσύ
και ν΄αφεθείς
πρώτος εσύ
και να γελάω για πάντα
και να μην με νοιάζουν τα βουνά που μας χωρίζουν
και να μην με νοιάζει τίποτα
και να μην γκρινιάξω ποτέ ξανά
αλλά μια φορά
πρώτα εσύ
πες
2 λέξεις
2 λέξεις να ξαπλώσω πάνω τους και να τις χαιδεύω το βράδυ πριν κοιμηθώ
και δεν θα σε ξυπνάω πια
και θα ξυπνάω
ν΄ανάβω τα πούρα σου για να βρομάει το σπίτι
και θα ξυπνάω
ν΄ανάβω τα πούρα σου
για να ευωδιάζω εγω
και να γυρνάω και να βλέπω
και να γυρίσεις και να σε δω
και όταν γυρίσεις να μ΄αγαπάς
ή μάλλον για μια φορά, πρώτος εσύ
να μιλήσεις
για την πρώτη σου φορά και για τη μαγική δική μου
2 λέξεις
γραμμένο για όλα αυτά που δεν είπαμε σ'ολους αυτούς που έπρεπε να μάθουν
τίτλος δανεικός απο το 'υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ' των πυξ-λαξ
Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2007
black purple ΝΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ
ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ (ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ)
ΜΟΛOΤΩΦ ΣΕ ΤΖΑΜΙΑ (ΒΡΟΜΙΚΑ)
ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ (ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ)
ΒΡΟΧΗ ΜΕ ΚΡΑΣΙ (ΛΙΩΜΕΝΕΣ ΜΠΟΓΙΕΣ)
ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ ΚΑΙ ΣΥ (ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ)
ΣΚΙΣΜΕΝΕΣ ΔΑΝΤΕΛΕΣ (ΜΙΑ ΓΡΙΑ ΛΕΕΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ)
ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ (ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ)
ΣΤΑ ΜΠΡΑΤΣΑ ΚΟΡΔΕΛΕΣ (ΚΟΒΕΤΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΜΑ)
ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (ΔΡΑΚΟΙ ΚΑΙ ΕΣΥ)
ΚΑΜΜΕΝΑ ΧΑΡΤΙΑ (ΕΛΑ...)
(ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ) ΝΑ ΜΕ ΜΑΛΩΣΕΙΣ (ΕΛΑ)
ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (ΕΛΑ)
ΠΕΡΠΑΤΩ, ΠΑΡΑΠΑΤΩ . (ΣΕ ΚΥΝΗΓΩ)
ΜΟΣΧΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (Σ΄ΑΓΑΠΩ)
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΑΙΖΩ ΤΑ ΤΑΜΠΟΥΡΛΑ ( ΜΠΟΥΚΩΝΩ ΑΣΠΙΡΙΝΕΣ)
ΜΕ ΑΓΡΙΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ (ΣΑΝ ΒΟΜΒΕΣ) ΙΔΡΩΝΩ
ΦΟΡΑΩ ΔΑΝΤΕΛΕΣ, ΠΟΥΛΙΕΜΑΙ ( ΦΤΗΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)
ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΜΑΙ (ΟΡΕΞΕΙΣ ΦΑΛΛΩΝ)
ΔΕΝ ΜΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ (ΘΑ ΦΥΓΩ)
ΕΓΙΝΑ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ (ΜΑΖΕΥΩ ΒΡΟΧΗ)
ΠΛΗΡΩΣΕ ΝΑ ΓΡΑΨΩ (ΑΚΡΙΒΑ)
ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ ΜΟΥ (ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ)
ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ (ΒΙΑΣΤΙΚΑ)
ΝΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ (ΝΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ)
ΜΟΛOΤΩΦ ΣΕ ΤΖΑΜΙΑ (ΒΡΟΜΙΚΑ)
ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ (ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ)
ΒΡΟΧΗ ΜΕ ΚΡΑΣΙ (ΛΙΩΜΕΝΕΣ ΜΠΟΓΙΕΣ)
ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ ΚΑΙ ΣΥ (ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ)
ΣΚΙΣΜΕΝΕΣ ΔΑΝΤΕΛΕΣ (ΜΙΑ ΓΡΙΑ ΛΕΕΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ)
ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ (ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ)
ΣΤΑ ΜΠΡΑΤΣΑ ΚΟΡΔΕΛΕΣ (ΚΟΒΕΤΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΜΑ)
ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (ΔΡΑΚΟΙ ΚΑΙ ΕΣΥ)
ΚΑΜΜΕΝΑ ΧΑΡΤΙΑ (ΕΛΑ...)
(ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΙ) ΝΑ ΜΕ ΜΑΛΩΣΕΙΣ (ΕΛΑ)
ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (ΕΛΑ)
ΠΕΡΠΑΤΩ, ΠΑΡΑΠΑΤΩ . (ΣΕ ΚΥΝΗΓΩ)
ΜΟΣΧΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (Σ΄ΑΓΑΠΩ)
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΑΙΖΩ ΤΑ ΤΑΜΠΟΥΡΛΑ ( ΜΠΟΥΚΩΝΩ ΑΣΠΙΡΙΝΕΣ)
ΜΕ ΑΓΡΙΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ (ΣΑΝ ΒΟΜΒΕΣ) ΙΔΡΩΝΩ
ΦΟΡΑΩ ΔΑΝΤΕΛΕΣ, ΠΟΥΛΙΕΜΑΙ ( ΦΤΗΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)
ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΜΑΙ (ΟΡΕΞΕΙΣ ΦΑΛΛΩΝ)
ΔΕΝ ΜΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ (ΘΑ ΦΥΓΩ)
ΕΓΙΝΑ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ (ΜΑΖΕΥΩ ΒΡΟΧΗ)
ΠΛΗΡΩΣΕ ΝΑ ΓΡΑΨΩ (ΑΚΡΙΒΑ)
ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ ΜΟΥ (ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ)
ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ (ΒΙΑΣΤΙΚΑ)
ΝΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ (ΝΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ)
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007
3 (killing reality)
Θέλω να μου χαρίσεις 3 λεπτά. Να καπνίσουμε ένα τσιγάρο αντικρυστά. Στο τραπέζι της κουζίνας δίπλα στο φωταγωγό. Τίποτα παραπάνω. Δεν θέλω να έχει πανσέληνο. Ας έχει ένα μισό φεγγάρι ένα βράδυ Τρίτης.
3 λεπτά να με κοιτάς – μόνο εμένα- να φυλακίσω τη μαύρη σου ματιά μέσα μου. Και να κάθεσαι στην παλιά καρέκλα και να μ΄αφήνεις ν΄ακουμπάω το βλέμμα μου στην κοιλάδα του προσώπου σου. Να ξεκουράζεται στην καμπύλη του λαιμού σου. Και το τσιγάρο θα καίει στα δάχτυλα μου και θα μειώνει το χρόνο. Δεν θα βιαστώ, θ΄ανακαλύψω κάθε κρύμμενη πτυχή του εγώ σου. Ρουφηξιά στη ρουφηξιά μπορεί ν΄αγγίξω τα δάχτυλα σου και να μου πούνε μυστικά. Απ’ αυτά που μπορεί να μην αξίζω να μάθω, απ΄αυτα που λένε τα παραμύθια. Τα παραμύθια που χρόνια τώρα με κυβερνάνε.
Δεν θα φοράω τα καλά μου, ούτε θα σου πω τα νέα μου. Eίμαι τόσο κουρασμένη, θέλω 3 λεπτά μόνο. Να ησυχάσω. Να νιώθω οτι είσαι εκεί και να παίξω με το γέλιο σου, να πειράξω τα μαλλιά σου. Ν΄αφήσω τις παλάμες μου να ξεκουραστούν πανω στα γόνατα σου. Να ΄ρθουν 3 στιγμές να με ξαναγεμίσουν. Και να’ χω δύναμη να περπατήσω προς το μέρος σου, ν΄ακούσω τη φωνή σου, να διαβάσω τα σημάδια.
Όταν τελειώσει το τσιγάρο και σηκωθείς θα σ΄αποχαιρετήσω. Μ’ένα βιαστικό φιλί θα κλείσω την πόρτα και θα ψάξω το υπέροχο σου τίποτα, το τεντωμένο μου σχοινί, τα ροκανίδια της ύπαρξης σου, τις σταγόνες της δικής μου.
Θα ταξιδεύω πάλι, θα ψάχνω να βρώ νεράιδες και πρίγκηπες να σου κεντάω παραμύθια. Παραμύθια για να διαβάζεις και να μυρίζεις την αγάπη αφού δεν μπορείς να τη δεις. Θα μαζεύω τα κύματα να ξεπλένω τις σκέψεις σου, να τις κάνω υποφερτές για να μην κλαίς. Τα μεσημέρια θα στήνω ενέδρα στον ήλιο και θα τον πιάσω. Θα τον βάλω στο μπαούλο μου και θα σου τον φέρω να τον κρεμάσεις έξω απο την πόρτα σου. Τα βράδια που δεν θα με παίρνει ο ύπνος θα κλέβω ένα-ένα τ΄αστέρια και όταν σε βρω θα σου χαρίζω ένα κάθε νύχτα για να φωτίζουν τα βήματα σου και να μην φοβάσαι πια.
Θα παρακαλέσω και τον άνεμο να σου φτιάξει ένα τραγούδι που θα λέει για το ταξίδι μου, κι έτσι αν δεν προλάβω, αν ναυάγησω, αν πιστέψεις και αν πονέσεις να ξέρεις που θα βρεις την αγάπη.
Στην αμμουδιά στο ξύλινο μπαούλο.
(γεμάτη αποτσίγαρα)
3 λεπτά να με κοιτάς – μόνο εμένα- να φυλακίσω τη μαύρη σου ματιά μέσα μου. Και να κάθεσαι στην παλιά καρέκλα και να μ΄αφήνεις ν΄ακουμπάω το βλέμμα μου στην κοιλάδα του προσώπου σου. Να ξεκουράζεται στην καμπύλη του λαιμού σου. Και το τσιγάρο θα καίει στα δάχτυλα μου και θα μειώνει το χρόνο. Δεν θα βιαστώ, θ΄ανακαλύψω κάθε κρύμμενη πτυχή του εγώ σου. Ρουφηξιά στη ρουφηξιά μπορεί ν΄αγγίξω τα δάχτυλα σου και να μου πούνε μυστικά. Απ’ αυτά που μπορεί να μην αξίζω να μάθω, απ΄αυτα που λένε τα παραμύθια. Τα παραμύθια που χρόνια τώρα με κυβερνάνε.
Δεν θα φοράω τα καλά μου, ούτε θα σου πω τα νέα μου. Eίμαι τόσο κουρασμένη, θέλω 3 λεπτά μόνο. Να ησυχάσω. Να νιώθω οτι είσαι εκεί και να παίξω με το γέλιο σου, να πειράξω τα μαλλιά σου. Ν΄αφήσω τις παλάμες μου να ξεκουραστούν πανω στα γόνατα σου. Να ΄ρθουν 3 στιγμές να με ξαναγεμίσουν. Και να’ χω δύναμη να περπατήσω προς το μέρος σου, ν΄ακούσω τη φωνή σου, να διαβάσω τα σημάδια.
Όταν τελειώσει το τσιγάρο και σηκωθείς θα σ΄αποχαιρετήσω. Μ’ένα βιαστικό φιλί θα κλείσω την πόρτα και θα ψάξω το υπέροχο σου τίποτα, το τεντωμένο μου σχοινί, τα ροκανίδια της ύπαρξης σου, τις σταγόνες της δικής μου.
Θα ταξιδεύω πάλι, θα ψάχνω να βρώ νεράιδες και πρίγκηπες να σου κεντάω παραμύθια. Παραμύθια για να διαβάζεις και να μυρίζεις την αγάπη αφού δεν μπορείς να τη δεις. Θα μαζεύω τα κύματα να ξεπλένω τις σκέψεις σου, να τις κάνω υποφερτές για να μην κλαίς. Τα μεσημέρια θα στήνω ενέδρα στον ήλιο και θα τον πιάσω. Θα τον βάλω στο μπαούλο μου και θα σου τον φέρω να τον κρεμάσεις έξω απο την πόρτα σου. Τα βράδια που δεν θα με παίρνει ο ύπνος θα κλέβω ένα-ένα τ΄αστέρια και όταν σε βρω θα σου χαρίζω ένα κάθε νύχτα για να φωτίζουν τα βήματα σου και να μην φοβάσαι πια.
Θα παρακαλέσω και τον άνεμο να σου φτιάξει ένα τραγούδι που θα λέει για το ταξίδι μου, κι έτσι αν δεν προλάβω, αν ναυάγησω, αν πιστέψεις και αν πονέσεις να ξέρεις που θα βρεις την αγάπη.
Στην αμμουδιά στο ξύλινο μπαούλο.
(γεμάτη αποτσίγαρα)
Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007
ΕΙΚΟΣΙ (Ο ΦΟΝΟΣ)
ΗΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. ΠΑΙΖΑΜΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. ΕΙΧΑ ΠΟΛΛΑ ΚΟΥΒΑΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΜΟΥ ΤΙΣ ΚΟΥΚΛΕΣ ΠΟΥ ΕΒΑΖΑ ΤΟ ΛΕΥΤΕΡΗ ΝΑ ΤΙΣ ΚΟΥΒΑΛΑΕΙ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ. ΜΗΝ ΜΟΥ ΤΙΣ ΛΕΡΩΣΕΙ. ΕΚΕΙΝΟΣ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΕΓΩ ΜΙΛΟΥΣΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΜΑΓΙΟ ΜΟΥ. ΗΤΑΝ ΚΟΚΚΙΝΟ. ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΦΤΩΧΟ ΚΑΙ ΑΧΡΩΜΟ.
ΠΑΙΖΑΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΩΡΕΣ. ΜΕΤΑ ΤΡΩΓΑΜΕ ΚΑΡΠΟΥΖΙ. ΕΙΧΕ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ.
ΜΕ ΚΛΟΤΣΑΓΕ ΟΤΑΝ ΤΟ ΕΛΕΓΑ ΑΥΤΟ. ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΑ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΠΡΑΣΙΝΑ ΣΑΝ ΠΕΥΚΟ. ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΜΑΛΛΙΑ ΠΕΥΚΟ.
ΕΙΧΕ 2 ΑΔΕΡΦΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΚΟΡΟΙΔΕΥΑΝ ΕΠΕΙΔΗ ΕΠΑΙΖΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.
ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΤΩΡΑ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΟΥ. ΕΝΙΩΘΕ ΗΡΕΜΟΣ. Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΤΙ ΣΥΖΗΤΟΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΥΤΕΡΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΠΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΜΕ ΣΤΕΝΟΧΩΡΟΥΣΕ...
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΘΑΙΝΑ ΜΕΤΑ...
ΗΤΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΑΓΟΡΙ. ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΟΜΩΣ. ΩΡΑΙΟ ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΟ ΚΟΡΜΑΚΙ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΙΑ. ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ, ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΜΕΝΑ. ΤΟΝ ΚΟΥΡΕΥΕ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΛΛΑΕΙ ΨΕΙΡΕΣ. ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ.
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΧΑΣΑ, ΠΟΥΛΗΣΑΜΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ. ΕΚΛΑΙΓΑ ΜΕΡΑ ΝΥΧΤΑ. ΕΚΑΝΑ ΑΛΛΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ, ΜΕΓΑΛΩΣΑ. ΠΗΓΑΙΝΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΟΤΑΝ ΠΗΓΑ ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ. ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΑΝΑΕΙΔΑ. ΔΟΥΛΕΥΕ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΜΙΣΟΛΟΓΑ. ΑΝΤΕΔΡΑΣΑ, ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΚΑΙ ΕΦΥΓΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΞΑΝΑΕΙΔΑ...
ΕΙΝΑΙ ΦΡΙΚΤΟ ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙΝΟ ΜΟΥ. ΜΙΣΩ ΤΟ ΠΡΩΙ. ΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΞΥΛΑ ΕΝΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ ΑΣΠΡΟΙ, Η ΜΑΛΛΟΝ ΓΚΡΙ. ΕΙΜΑΙ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ 20. ΕΙΜΑΙ 20 ΑΙΩΝΩΝ. ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑ ΠΟΤΕ ΩΡΑΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΠΟΤΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ. ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ.
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΧΙΛΙΟΚΟΜΜΕΝΑ. ΔΟΥΛΕΥΑ. ΠΕΙΝΑΓΑ.
ΤΟΥΣ ΜΙΣΩ ΟΛΟΥΣ.
ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΚΑΘΟΜΟΥΝ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ (ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΤΑΙΝΕ) ΚΑΙ ΠΙΝΑΜΕ ΚΑΤΙ ΠΟΤΑ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΕΓΙΝΑ ΑΝΤΡΑΣ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ. ΑΚΟΥΓΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ Ν' ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΗΞΕΡΑ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟΥ ΦΕΡΩ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑ ΚΑΝ. ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ. ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ. Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΒΓΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΑΛΛΟΥ. ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΠΕΤΑΓΕ ΜΑΚΡΙΑ. ΔΕΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΠΟΛΥ, ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ. ΟΤΑΝ ΕΚΛΕΙΝΕ Η ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΜΕ ΜΕΝΑ, ΑΚΟΥΓΑ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ. ΑΥΤΗΝΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕ.
"ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΑΙΜΑ ΜΩΡΗ, ΝΑ ΣΑΠΙΣΕΙΣ"... ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΑ ΓΙ΄ΑΥΤΗ.
ΜΕΤΑ ΠΙΝΑΜΕ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. ΕΙΧΕ ΠΛΑΚΑ. ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΕΙΔΑ ΑΙΜΑΤΑ ΠΑΝΤΟΥ...ΛΕΩ "ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΥΣΤΗ". ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΕΡΧΟΝΤΟΥΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ. ΦΩΝΕΣ, ΚΛΑΜΑΤΑ, ΙΚΕΣΙΕΣ. ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΥΦΛΑ. ΑΝΟΙΞΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ. ΗΤΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ 10 ΧΡΟΝΩΝ. ΗΞΕΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΙ ΤΟΥ ΕΚΑΝΕ.
ΤΟΤΕ ΜΠΗΚΕ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ. ΤΟΝ ΧΤΥΠΗΣΑ ΜΕ ΟΤΙ ΒΡΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ. ΤΟΥ ΕΣΚΙΣΑ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ, ΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΣΑ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ. ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ. ΑΚΟΥΓΑ ΝΑ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΚΑΡΦΩΝΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΟΤΙ ΕΒΡΙΣΚΑ. ΧΑΙΡΟΜΟΥΝ, ΕΚΑΝΑ ΚΑΛΑ. ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΠΗΓΕ ΟΜΩΣ, ΤΟΥ ΑΞΙΖΕ.
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ ΛΕΕΙ ΕΧΩ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ. ΑΚΟΥ ΡΕ... ΕΓΩ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ... ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ ΡΕ ΟΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ?? ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΑ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΘΙΚΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΕ...
ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΟΠΕΛΑ ΝΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΝΕΥΡΙΚΗ. ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΕΙΔΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕ. ΕΚΑΤΣΕ ΔΙΠΛΑ. ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΑΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΞΑΝΑΓΙΝΑΝ ΠΡΑΣΙΝΑ, ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ...
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΜΑΓΙΟ ΜΟΥ. ΗΤΑΝ ΚΟΚΚΙΝΟ. ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΦΤΩΧΟ ΚΑΙ ΑΧΡΩΜΟ.
ΠΑΙΖΑΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΩΡΕΣ. ΜΕΤΑ ΤΡΩΓΑΜΕ ΚΑΡΠΟΥΖΙ. ΕΙΧΕ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ.
ΜΕ ΚΛΟΤΣΑΓΕ ΟΤΑΝ ΤΟ ΕΛΕΓΑ ΑΥΤΟ. ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΑ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΠΡΑΣΙΝΑ ΣΑΝ ΠΕΥΚΟ. ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΜΑΛΛΙΑ ΠΕΥΚΟ.
ΕΙΧΕ 2 ΑΔΕΡΦΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΚΟΡΟΙΔΕΥΑΝ ΕΠΕΙΔΗ ΕΠΑΙΖΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.
ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΤΩΡΑ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΟΥ. ΕΝΙΩΘΕ ΗΡΕΜΟΣ. Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΤΙ ΣΥΖΗΤΟΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΥΤΕΡΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΠΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΜΕ ΣΤΕΝΟΧΩΡΟΥΣΕ...
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΘΑΙΝΑ ΜΕΤΑ...
ΗΤΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΑΓΟΡΙ. ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΟΜΩΣ. ΩΡΑΙΟ ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΟ ΚΟΡΜΑΚΙ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΙΑ. ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ, ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΜΕΝΑ. ΤΟΝ ΚΟΥΡΕΥΕ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΛΛΑΕΙ ΨΕΙΡΕΣ. ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ.
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΧΑΣΑ, ΠΟΥΛΗΣΑΜΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ. ΕΚΛΑΙΓΑ ΜΕΡΑ ΝΥΧΤΑ. ΕΚΑΝΑ ΑΛΛΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ, ΜΕΓΑΛΩΣΑ. ΠΗΓΑΙΝΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΟΤΑΝ ΠΗΓΑ ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ. ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΑΝΑΕΙΔΑ. ΔΟΥΛΕΥΕ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΜΙΣΟΛΟΓΑ. ΑΝΤΕΔΡΑΣΑ, ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΚΑΙ ΕΦΥΓΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΞΑΝΑΕΙΔΑ...
ΕΙΝΑΙ ΦΡΙΚΤΟ ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙΝΟ ΜΟΥ. ΜΙΣΩ ΤΟ ΠΡΩΙ. ΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΞΥΛΑ ΕΝΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ ΑΣΠΡΟΙ, Η ΜΑΛΛΟΝ ΓΚΡΙ. ΕΙΜΑΙ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ 20. ΕΙΜΑΙ 20 ΑΙΩΝΩΝ. ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑ ΠΟΤΕ ΩΡΑΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΠΟΤΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ. ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ.
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΧΙΛΙΟΚΟΜΜΕΝΑ. ΔΟΥΛΕΥΑ. ΠΕΙΝΑΓΑ.
ΤΟΥΣ ΜΙΣΩ ΟΛΟΥΣ.
ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΚΑΘΟΜΟΥΝ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ (ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΤΑΙΝΕ) ΚΑΙ ΠΙΝΑΜΕ ΚΑΤΙ ΠΟΤΑ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΕΓΙΝΑ ΑΝΤΡΑΣ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ. ΑΚΟΥΓΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ Ν' ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΗΞΕΡΑ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟΥ ΦΕΡΩ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑ ΚΑΝ. ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ. ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ. Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΒΓΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΑΛΛΟΥ. ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΠΕΤΑΓΕ ΜΑΚΡΙΑ. ΔΕΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΠΟΛΥ, ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ. ΟΤΑΝ ΕΚΛΕΙΝΕ Η ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΜΕ ΜΕΝΑ, ΑΚΟΥΓΑ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ. ΑΥΤΗΝΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕ.
"ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΑΙΜΑ ΜΩΡΗ, ΝΑ ΣΑΠΙΣΕΙΣ"... ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΑ ΓΙ΄ΑΥΤΗ.
ΜΕΤΑ ΠΙΝΑΜΕ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. ΕΙΧΕ ΠΛΑΚΑ. ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΕΙΔΑ ΑΙΜΑΤΑ ΠΑΝΤΟΥ...ΛΕΩ "ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΥΣΤΗ". ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΕΡΧΟΝΤΟΥΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ. ΦΩΝΕΣ, ΚΛΑΜΑΤΑ, ΙΚΕΣΙΕΣ. ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΥΦΛΑ. ΑΝΟΙΞΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ. ΗΤΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ 10 ΧΡΟΝΩΝ. ΗΞΕΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΙ ΤΟΥ ΕΚΑΝΕ.
ΤΟΤΕ ΜΠΗΚΕ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ. ΤΟΝ ΧΤΥΠΗΣΑ ΜΕ ΟΤΙ ΒΡΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ. ΤΟΥ ΕΣΚΙΣΑ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ, ΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΣΑ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ. ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ. ΑΚΟΥΓΑ ΝΑ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΚΑΡΦΩΝΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΟΤΙ ΕΒΡΙΣΚΑ. ΧΑΙΡΟΜΟΥΝ, ΕΚΑΝΑ ΚΑΛΑ. ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΠΗΓΕ ΟΜΩΣ, ΤΟΥ ΑΞΙΖΕ.
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ ΛΕΕΙ ΕΧΩ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ. ΑΚΟΥ ΡΕ... ΕΓΩ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ... ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ ΡΕ ΟΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ?? ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΑ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΘΙΚΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΕ...
ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΟΠΕΛΑ ΝΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΝΕΥΡΙΚΗ. ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΕΙΔΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕ. ΕΚΑΤΣΕ ΔΙΠΛΑ. ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΑΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΞΑΝΑΓΙΝΑΝ ΠΡΑΣΙΝΑ, ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)