Για το πρώτο τσιγάρο που με κέρασε ένα κορίτσι που το όνομα της ήταν Barbie ακούγοντας Prodigy. Για ένα παιδί με τη θάλασσα στα μάτια ακούγοντας scorpions, καλοκαίρι, στο ημίφως, σε ένα μικρό μπαλκόνι γειτονιάς πνιγμένης στο τσιμέντο. Για το ' είναι η πρώτη μου φορά ' που ξεστόμισα ένα βράδυ κάπου στο Πόρτο Ράφτη ακούγοντας κύματα. Για έναν μικρό έρωτα με έναν μπάρμαν πολυσύχναστου μαγαζιού, πίνοντας-άπειρα-ποτά-κάθε-βράδυ, χαλώντας όλο το μισθό σε αλκοόλ μόνο και μόνο για να τον κοιτάω και να ζήσω λίγα άλλα όμορφα μαζί του. Για 2 μεγάλους έρωτες που θα μπορούσαν να έχουν και αύριο και μεθαύριο και που έχω γράψει τόσα ποστ για αυτούς. Για ένα αγόρι που γνώρισα οδηγώντας στην κίνηση και που περήφανα δηλώνω ότι είναι άδικο τόση ομορφιά να την έχει μόνο μία γυναίκα... και με αυτή την ατάκα τον αποχαιρέτησα και είμαστε πιά φίλοι. Για οτιδήποτε απαγορευμένο που τόσο μου λείπει. Για όλα όσα έκανα την δεκαετία που πέρασε. Για όσα με οδήγησαν να γράφω για έρωτες, είναι όλα μικρά μικρά κομμάτια που ανήκουν σε μένα και σε αυτούς τους εποχιακούς πρωταγωνιστές της ευτυχισμένης μου ζωής. Έμαθα να οδηγώ, να πίνω, να ταξιδεύω, να ρισκάρω, να πέφτω, να θέλω, να κυνηγάω, να τσαλακώνομαι, να δένομαι με τα παρελθόντα και να τα ανακαλώ βρίσκοντας απαντήσεις. Τίποτα δε μου λείπει. Νοσταλγώ ένα βλέμμα του μπάρμαν, μία βόλτα με το αγόρι στην κίνηση, ένα μπαλκόνι για 2 άτομα. Κάτι τέτοια ανοιξιάτικα απογεύματα σκέφτομαι τους ήρωες μου, που τώρα που μεγαλώνουμε όλοι μαζί, τους αγαπώ ακόμα πιο πολύ.
Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και όλοι έχουν κάτι απο μένα. Και δεν θα ήθελα να μου το επιστρέψουν ποτέ. Οι στιγμές μας είμαι εγώ. Αυτό το σπασμένο και μοιρασμένο απο'δω και απο'κει είναι το βάζο που με κλείνω και με ξαναβρίσκω.
Πάντα στο τέλος μπορώ να αγαπώ. Για όσο μακριά κι αν φεύγω.
Σάββατο 21 Μαρτίου 2009
Όχι δάκρυα, όχι. Κλάματα. Με νευρικές κινήσεις. Γεμίζουν ποτήρια, μπουκάλια, βρέχουν μαξιλάρια, κυλούν πάνω σε μπλούζες, λερώνουν τα πατώματα. Τρίβονται με τα χέρια. Τα χέρια μπουνιές. Τα χέρια σπάνε. Ηχηρά, τοίχους, πόρτες, μούτρα. Ξεκοιλιάζουν, γδέρνουν, ανοίγουν, βγάζουν καρδιές σιχαμερές και σε μπουκώνουν μαλάκα. Μέχρι τελευταίας σταγόνας. Έτσι όπως είναι. Ληγμένες.
Και μετά αυτό.
Και μετά αυτό.
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009
Η ώρα 3. Σηκώθηκα. Περπάτησα αθόρυβα όλο το σπίτι και άναψα όλα τα φώτα. Ένα για κάθε σκοτάδι.
- Είσαι εδώ??
Απάντηση καμία. Επέστρεψα στην ντουλάπα, την άνοιξα διστακτικά και φόρεσα τις καινούριες μου μπότες. Πήρα ένα μαρκαδόρο και σημείωσα μία γραμμή, μία για κάθε μέρα που δεν θα τις δεις. Στον καθρέφτη μπροστά ζωγράφισα με κραγιόν ένα χαμόγελο, απο το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Και με μολύβι ένα στόχο στο μέτωπο. Το κουζινομάχαιρο τύλιξε τα μαλλιά μου γύρω του και περνώντας απειλητικά απο το λαιμό μου -αστειευόμενο- στερεώθηκε για να φτιάξει ένα όμορφο κότσο. Κατάπια τις χάντρες απο ένα κολιέ που έφτιαξα το καλοκαίρι.
Και χτύπησα και ένα διπλό σκέτο, αντρίκιο. Μετά κρύωσα και είπα να ντυθώ. Άνοιξα ένα συρτάρι και πήρα τα ηλίθια ρούχα σου. Τα έκανα ένα κουβάρι και το έκοψα σε κομμάτια. Μετά τα έραψα άναρχα και τους άνοιξα τρύπες με το τσιγάρο. Ήταν πολύ αστείο. Γελάσαμε πολύ. Τόσο που ήθελα να κάνω εμετό. Αποφάσισα να μη το βάλω απόψε, άλλωστε δεν θα πήγαινα πουθενά.
Τέλος εφιάλτη.
Ε μετά ξύπνησα, ήταν κανονικά πρωί, έκανε ήλιο και πονοκέφαλο και το σπίτι είχε σκόνη που ταξίδευε απο άκρη σε άκρη. Βρήκα στο μπάνιο ένα κουρέλι, του έδωσα ένα τιμητικό τίτλο. Ξεσκονόπανο. Και πήρα τα πάνω-πάνω.
- Είσαι εδώ??
Απάντηση καμία. Επέστρεψα στην ντουλάπα, την άνοιξα διστακτικά και φόρεσα τις καινούριες μου μπότες. Πήρα ένα μαρκαδόρο και σημείωσα μία γραμμή, μία για κάθε μέρα που δεν θα τις δεις. Στον καθρέφτη μπροστά ζωγράφισα με κραγιόν ένα χαμόγελο, απο το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Και με μολύβι ένα στόχο στο μέτωπο. Το κουζινομάχαιρο τύλιξε τα μαλλιά μου γύρω του και περνώντας απειλητικά απο το λαιμό μου -αστειευόμενο- στερεώθηκε για να φτιάξει ένα όμορφο κότσο. Κατάπια τις χάντρες απο ένα κολιέ που έφτιαξα το καλοκαίρι.
Και χτύπησα και ένα διπλό σκέτο, αντρίκιο. Μετά κρύωσα και είπα να ντυθώ. Άνοιξα ένα συρτάρι και πήρα τα ηλίθια ρούχα σου. Τα έκανα ένα κουβάρι και το έκοψα σε κομμάτια. Μετά τα έραψα άναρχα και τους άνοιξα τρύπες με το τσιγάρο. Ήταν πολύ αστείο. Γελάσαμε πολύ. Τόσο που ήθελα να κάνω εμετό. Αποφάσισα να μη το βάλω απόψε, άλλωστε δεν θα πήγαινα πουθενά.
Τέλος εφιάλτη.
Ε μετά ξύπνησα, ήταν κανονικά πρωί, έκανε ήλιο και πονοκέφαλο και το σπίτι είχε σκόνη που ταξίδευε απο άκρη σε άκρη. Βρήκα στο μπάνιο ένα κουρέλι, του έδωσα ένα τιμητικό τίτλο. Ξεσκονόπανο. Και πήρα τα πάνω-πάνω.
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
Η μοναξιά έμελλε να μας χτυπήσει την πόρτα ένα Σάββατο βράδυ σε ένα μέρος που όλοι περνούσαν εξωφρενικά ωραία. Οι άλλοι, οι ξένοι. Εν μέσω φωνών και κατηγοριών αποφασίσαμε ότι δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ. Κανείς απο τους γύρω μας δεν κατάλαβε. Ούτε άκουσε. Μάλλον φαινόμασταν και εμείς εξωφρενικά καλά. Και ο τόνος της φωνής σου δεν θα διέφερε σε τίποτα αν ήθελες να με ρωτήσεις τι ποτό πίνω και όχι να με αποκαλέσεις άρρωστη που ήθελα απλά να περάσω εξωφρενικά όμορφα ξεχνώντας τις κατηγορίες. Μάλλον ξεχνώντας και εσένα. Πόσο ήθελα να σε ξεχάσω εκείνη τη στιγμή. Και να συστηνόμασταν απο την αρχή. Σαν δύο υποτιθέμενα τέλειοι άνθρωποι που θα κάνουν την τέλεια σχέση. Χόρευα και ήθελα απλά να είμαι σπίτι μου. Σκεφτόμουν ότι ό,τι αγαπώ μου το απομακρύνεις. Τη δουλειά μου, τους φίλους μου, την οικογένεια μου. Πρώτη φορά είδα καθαρά. Μέσα στους καπνούς και στις μουσικές κατάλαβα ότι δεν ακουμπούσαμε πουθενά πιά.
Και τότε ήρθε το βάρος όλου του κόσμου και έκατσε πάνω στους ώμους μου. Έβαλα τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, κούμπωσα όλα τα κουμπιά του παλτού μου, σε κοίταξα χωρίς να θέλω. Πόνεσα μόνο όταν το βλέμμα σου ήταν απαξιωτικό. Ποτέ δεν με είχε κοιτάξει κάποιος έτσι. Ποτέ. Ακόμα και όταν φέρθηκα άσχημα, όταν πλήγωσα... αγαπήθηκα. Συγχωρέθηκα κάποιες φορές.
Σύρθηκα μέχρι την έξοδο νιώθοντας αηδία για τα σώματα που έσπρωξα βγαίνοντας. Για πρώτη φορά δεν ήθελα κανέναν και τίποτα. Κανείς δεν ήταν για μένα. Και η τελευταία επιλογή ήταν η χειρότερη. Σαν αυτοτιμωρία. Να πέσω όσο πάει και μετά να σηκωθώ.
Το ταξί ήταν παράδεισος. Έδωσα μόνο μία διεύθυνση και προσευχήθηκα για σιωπή. Και έγινε. Ούτε μία κουβέντα. Δεν είχα καμία σανίδα σωτηρίας. Δεν φοβόμουν την απουσία σου. Δεν φοβόμουν την απουσία κανενός. Ήθελα μόνο το πάπλωμα μου. Να κρυφτώ και να γράψω αυτά που θέλω απο μένα. Να ανοίξω χάρτες, να μετρήσω τον καιρό και να σκεφτώ που θα πήγαινα την επόμενη το πρωί. Τι σημασία έχει αν δεν πήγαινα ποτέ... Θα ήξερα τουλάχιστον που ήθελα να είμαι. Να αγαπήσω ξανά το δέρμα μου και να θυμηθώ πως φανταζόμουν στο δημοτίκο το τέλειο αγόρι.
Σήμερα θα καβαλούσες μόνος τη μηχανή. Θα με σκεφτόσουν. Θα σκεφτόσουν να έρθεις να με βρεις. Θα έσπαγες τα τηλέφωνα. Θα ζήταγες συγνώμη με έναν τρόπο που δεν αναγνωρίζεται. Θα προσπαθούσες να με πείσεις ότι φταίω εγώ και οι απαιτήσεις μου. Θα γκρεμιστεί το σπίτι που ποτέ δεν μείναμε κάπου στα Πετράλωνα. Θα βυθιστεί το νησί που δεν πήγαμε. Θα σαπίσει το φαγητό που δεν φάγαμε. Θα χαίρομαι που δεν θα με ξανακουμπήσεις. Θα είμαι μονη αλλά ελεύθερη, απο κάθε είδους θηλιά. Θα είμαι ελεύθερη να κλάψω για όλα αυτά που δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να σταθώ και να συνειδητοποιήσω πόσο τεράστιο είναι το κενό που μου άφησαν άνθρωποι. Έτρεχα. Έτρεχα. Έτρεχα. Και βρέθηκα στον λάθος προορισμό, την λάθος στιγμή. Εκεί που βλέπεις τα χειρότερα και λες ότι θα ήταν καλύτερα να μην είχες ξεκινήσει καν. Να περίμενες υπομονετικά στην εκκίνηση. Να έχτιζες ένα κάστρο με πολλές πόρτες και παράθυρα. Αλλά στο σημείο εκκίνησης. Σε καμία ονειρική τοποθεσία. Εκεί που κάθε μέρα είναι Δευτέρα.
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Day 3 (insomnia)
.
.
.
Η ώρα μηδέν έρχεται πάντα νωρίτερα απ' ότι την περιμένεις.
.
.
.
...κανείς δεν γεννήθηκε έτοιμος...
.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)