Κοίτα, τώρα πατάμε κουμπιά και βγάζουμε λέξεις. Κάποτε μου έκλεψες τέσσερις σελίδες χειρόγραφα την ώρα που κοιμόμουν. Θα είχε πλάκα να μάθω που βρίσκονται τώρα... Αν σε ρωτούσα θα έβρισκες μία απάντηση ''στο τρίτο συρτάρι του γραφείου''. Και ας έχουν ανακυκλωθεί χιλιάδες φορές μέσα σε δύο χρόνια απο την πρώτη τους ρίψη σε ένα high tech κάδο απορριμάτων. Αυτόν που κόβει τα χαρτιά σε λεπτές λωρίδες. Που χωρίζει τις προτάσεις και ανακατεύει τις κτητικές αντωνυμίες. Που χωρίζει τον έρωτα σε πέντε γράμματα μακριά πια το ένα απο το άλλο. Και μετά κόβει σε χιλιάδες κομματάκια και αυτά τα πέντε γράμματα και άλλες ενδιαφέρουσες πεντάδες αιώνιων λέξεων και τις κάνει γραμμές και κουκκίδες και μετά όλα σκόνη, και μετά όλα σκόνη, και μετά όλα σκόνη...
Ίσως να ταξιδεύουν σε υπονόμους και σωλήνες κάτω απο την Αμερική και η βρύση σου να στάζει κάθε βράδυ.
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009
Άνθρωποι φθινόπωρα, με φύλλα απο καστανά μαλλιά που πέφτουν χαλαρά στους ώμους, άνθρωποι που βρέχουν τα μάγουλα τους, που ακουμπούν τα απογεύματα τους ουρανούς και κατεβάζουν τους θεούς για μιά παρτίδα σκάκι, που τους κλέβουν τις βασίλισσες και πίνουν μία ρακή στο όνομα της ήττας. Βολεύονται κατάχαμα και νιώθουν ασφαλείς στην πολυκοσμία, θέλουν να κατακτήσουν τα δύσκολα, φτιάχνουν ανηφόρες και με ένα μεθύσι τις γκρεμίζουν. Κουβαλούν πάντα την καρδιά τους μαζί, τη φορούν στα μάτια και τη χρησιμοποιούν ποικιλοτρόπως. Βλέπουν αγαπούν διώχνουν διαβάζουν μιλούν. Ώσπου κάποτε γίνεται το πιό πολύτιμο vintage κομμάτι της ζωής τους.
.
.
.
.
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009
Μπήκα στην επεξεργασία αναρτήσεων μήπως βρω φρέσκοκατεψυγμένο φαί. Τίποτα. Κάτι ατελείωτα θέλω-πιστεύω-δεν θέλω-θα'ρθω. Ίσως αυτή τη φορά να μην είναι προσωρινή παύση. Ένα βράδυ που είχα πιεί μόνο γάλα ονειρεύτηκα μία κομμένη γλώσσα. Και μετά τίποτα. Το όνειρο έκανε το γύρο της παρέας μου. Το εξιστορούσα όπου βρισκόμουν, πάντα παραστατικά και πάντα τρομαγμένη. Τα βιβλία δίπλα στο κρεββάτι προχωρούν με κανονικούς ρυθμούς. Ένα τη βδομάδα, όπως παλιά. Άρα μπορώ ακόμα να διαβάζω καταλαβαίνοντας αυτό που διαβάζω. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η μπορεί να έχουν αλλάξει και τα πάντα, μυστικά, υποχθόνια, αθόρυβα. Χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς εναγκαλισμούς, χωρίς παράσημα.
Νιώθω σα να έχω τεράστια αυτιά και καθόλου στόμα. Αυτό. Αλλά βαρέθηκα ακόμα και το ρήμα ''νιώθω''.
.
.
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Περπατώνας στο δρόμο το βράδυ, βρίσκω βαλίτσες με κλεμμένες καρδιές. Τις μαζεύω και τις τακτοποιώ στις αγγελίες με τη σήμανση ''προσφορά''. Τρεις φορές την εβδομάδα δημοσιεύονται δωρεάν. Νομίζω χτυπούν πιό δυνατά όταν ακούνε το Alcoholic και με ξυπνούν νωρίς το πρωί λέγοντας μου ότι δεν κοιμήθηκαν καθόλου. Σκέφτομαι ότι αυτές οι καρδιές αδυνατούν να κλείσουν τα μάτια. Φοβούνται την άλλη διάσταση, λίγο κουράγιο τους έμεινε να γυρίζουν κάθε μέρα σε αυτή που μπορούν να ελπίζουν ζωή, αγάπη, ανταποκρισή. Τις διασκεδάζω και τις θεωρώ φίλες, αδερφές και μάνες. Εχθές σκεφτόμασταν ότι αν μία κλεμμένη καρδιά ήταν σπόρος και τον φυτεύαμε στην αυλή μου θα άνθιζε πολύ μουσική, σελίδες με ανέκδοτα κείμενα, πίνακες που σου κόβουν την ανάσα, και ως καρποφόρο φυτό θα έδινε ακόμα, πολλά φλύαρα ''σ΄αγαπώ'' και ''αντίο''.
.
.
Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009
.
-θα με πας σήμερα βόλτα?
-που θες να πάμε?
-κάπου που να καπνίζω πολύ.
-μπύρα δηλαδή?
-ναι, αλλά να μυρίσουμε πολύ καπνό.
-κοντά ή μακριά?
-κάπου που να έχει πολύ κόσμο, να στριμωχτούμε. Το χέρι μου να χωράει μόνο στην τσέπη σου, να πάρω μόνο λεφτά και τσιγάρα. Να βάλω ένα μακό γιατί θέλω να ιδρώσω πολύ. Να δούμε ανθρώπους με μακριά μαλλιά και σκισμένα τζιν.
-Πάμε με τα πόδια?
Το μπαρ ήταν σκοτεινό, μιά παλιά αποθήκη με έναν τύπο με μπαντάνα που έβαζε μπύρες. Ένας φίλος στην κονσόλα, εσύ και άλλοι πεντακόσιοι που κάποτε μπορεί να γίνουν φίλοι μου. Με άφησες να κουνήσω το κεφάλι μου, να τινάξω τα μαλλιά μου, να χοροπηδήξω, να σε ταρακουνήσω, να πιώ, να καπνίσω, να κλείσω τα μάτια, να κάνω πάρτυ μόνο με μένα. Να γιορτάσω για όλα αυτά που κέρδισα μαζί σου. Ελευθερία.
.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)