Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010
Δύο Νοεμβρίου Δύο Χιλιάδες Δέκα
Χαράζεις το δέρμα σου για να ορίζεις τον εαυτό σου. Ότι πιστεύεις δεν είναι μόνο μέσα σου μα και πάνω σου. Έχεις ανάγκη έναν περιορισμό. Μία ατάκα. Να στιγματίζεις όλους όσους θα ακουμπήσουν. Και στα μάτια να μένει μία εικόνα, ένα κομμάτι που από όλο τον κόσμο μόνο δικό σου μπορεί να είναι. Χαραγμένο πετσί με μαύρο χρώμα να χάνεται στα χρόνια. Με καταλαβαίνεις? Κρατάω την αναπνοή μου. Χθες το βράδυ στο μετρό φώναζα ότι δεν φοβάμαι, και η αναπνοή μου για λίγο μόνο ήταν κανονική. Στο βιβλίο που πήρα διάβασα ότι η μάνα όλων των φόβων είναι η θανατοφοβία. Αλλά δεν σου λέω άλλα γιατί μπορεί να αγριευτείς. Μετά παρατηρούσα τον κύριο που καθόταν απέναντι και ίσως περίμενα να βγάλει μία αμπούλα και να μας σκοτώσει όλους. Αμερικανιές. Δεν θα κάνω ποτέ τατουάζ. Το αποφάσισα. Ας παραμείνει ένα κοινό σώμα. Ημιαναγνωρίσιμο. Με τη μυρωδιά να το βρίσκεις και με τη γλώσσα. Μαζεύω τα ρούχα και τα βάζω σε μία σακκούλα. Δεν φεύγω, έρχομαι. Είμαι χαμένη σε δύο σπίτια, με τα απαραίτητα πάντα μαζί, πότε με βρίσκει το πρωί εκεί ψηλά με αυτή τη μυρωδιά που σαν κόκκινη μοιάζει, πότε σε ένα μονό κρεβάτι στην απόλυτη κατοχή μου, με εκνευριστική ησυχία, ύπνο δύσκολο, χωρίς νόημα, χωρίς.